Η πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στις ΗΠΑ, πέραν του καθαρά επικοινωνιακού σκέλους, επανέφερε στο προσκήνιο την αβελτηρία με την οποία, πολιτική ηγεσία και λαός, αντιμετωπίζουμε το υπαρκτό και ακανθώδες ζήτημα τής Εθνικής Άμυνας.

Εκτός από το παράδοξο να ανακοινώνει μια μεγάλη επένδυση σε κύριο κύριο οπλικό σύστημα τής χώρας ένας ξένος (ο Αμερικανός Πρόεδρος Donald Trump), η επικείμενη (όσο και υπεραναγκαία) αναβάθμιση των μαχητικών αεροσκαφών F-16, που εκκρεμμεί από το 2009, προκαλεί ήδη σωρεία δηλώσεων τού πολιτικού κόσμου, με κοινές παραμέτρους την ανακρίβεια και τον λαϊκισμό. Σε 2,4 δις δολλάρια (κάτι παραπάνω από 2 δις Ευρώ) αναφέρθηκε ο Trump, «μέχρι 1,1 δις» έσπευσε να διευκρινήσει ο Έλληνας Υπουργός Εθνικής Άμυνας, για «υψηλότατο κόστος» γκρινιάζει η Αξιωματική Αντιπολίτευση και, γενικώς, το λαϊκίστικο δίλημμα «βούτυρο ή κανόνια» επανέρχεται με τη γνωστή έλλειψη σοβαρότητας που συστηματικά χαρακτηρίζει την σύγχρονη Ελλάδα.

Ούτε καν τον αριθμό των προς αναβάθμιση αεροσκαφών μπορεί να πληροφορηθεί αξιόπιστα κανείς ακούγοντας τις δηλώσεις των πολιτικών μας, οι οποίες προδιαθέτουν για τα χειρότερα, ότι δηλαδή το πολύ να αναβαθμιστεί τμήμα του στόλου. Οι ανάγκες, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερες. Πιο συγκεκριμένα, την 20ετία 1985-2005, η Ελλάδα παρήγγειλε από τις ΗΠΑ συνολικά 170 F-16, των εξής τύπων:

  • 40 F-16 Block 30 (πρόγραμμα «Peace Xenia I», 1985, στη διαβόητη «αγορά» του αιώνα)
  • 40 F-16 Block 50 (πρόγραμμα «Peace Xenia II», 1993)
  • 60 F-16 Block 52 (πρόγραμμα «Peace Xenia III», 2000-2001)
  • 30 F-16 block 52+ Advanced (Block 52M, πρόγραμμα «Peace Xenia IV», 2005)

Εκ των ανωτέρω 170 αεροσκαφών, κατόπιν διαφόρων απωλειών που μεσολάβησαν από την παραλαβή τους μέχρι σήμερα, απομένουν 155, δηλαδή

  • 32 F-16 Block 30
  • 38 F-16 Block 50
  • 55 F-16 Block 52
  • 30 F-16 block 52+ Advanced (γνωστά και ως Block 52M)

Οι διαρκείς αναφορές σε αναβάθμιση 123 αεροσκαφών (αντί των 155), υποδηλώνουν ότι τα 32 «παλαιά» F-16 Block 30 μάλλον εγκαταλείπονται: στην καλύτερη περίπτωση, θα «αναβαθμιστούν» μερικώς από απάρτια που θα περισσέψουν από τα αναβαθμιζόμενα 123, στη χειρότερη θα πωληθούν («αναβαθμισθέντα» ή μη, μερικώς ή ολικώς) σε τρίτες χώρες που ήδη έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον (π.χ. Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κροατία), για να εξασφαλιστούν περίπου 0,5 δις Ευρώ, τα οποία θα χρηματοδοτήσουν την αναβάθμιση των νεότερων F-16.

Εάν η φημολογούμενη πώληση συμβεί, μετά την απόσυρση των A-7 Corsair το 2014 και την αναμενόμενη για την επόμενη δεκαετία απόσυρση (ή απαξίωση) των 34 F-4 Phantom που έχουν απομείνει (πιθανώς και των 18 Mirage 2000 EGM/BGM που δεν έχουν αναβαθμιστεί), εντός των επόμενων 5-10 ετών, η ελληνική Πολεμική Αεροπορία θα συρρικνωθεί σε λιγότερα από 150 αεροσκάφη αιχμής (123 F-16 και 25 Mirage 2000-5), έναντι άνω των 360 τής Τουρκίας (που έχει ήδη 267 F-16 και αναμένει 100 F-35). Σε συνδυασμό με τις μειωμένες διαθεσιμότητες και το γεγονός ότι οι γείτονες έχουν ήδη αναβαθμίσει τον δικό τους στόλο F-16, δημιουργείται μια αναλογία σχεδόν 1:3 εις βάρος μας στο Αιγαίο, η οποία, ακόμα και αν αναβαθμιστεί το σύνολο των νεότερων 123 F-16 μας, είναι ποιοτικά και ποσοτικά αδύνατον να αντιμετωπιστεί. Το ίδιο περίπου ισχύει και στην περίπτωση που (πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο) κατορθώσουμε να υλοποιήσουμε επιπλέον μια αναιμική παραγγελία 20-40 F-35, όπως κατά καιρούς (μάλλον φιλολογικώς) συζητάται.

Παρ’ ότι λοιπόν η αεροπορική ισορροπία έναντι του διαρκώς επιθετικότερου εξ ανατολών γείτονα έχει ήδη διαταραχθεί (αν όχι ανατραπεί), όπως συμβαίνει και με την ισορροπία σε θάλασσα και ξηρά, στην Ελλάδα η πολιτική ηγεσία δεν μπορεί να πει στον λαό την σκληρή αλήθεια: ότι η ελευθερία κοστίζει και ότι, αν θέλουμε να τη διατηρήσουμε, στα επόμενα χρόνια πρέπει να επενδύσουμε 10 – 20 φορές περισσότερα από τα 1,1 δις Ευρώ μιας περιορισμένης αναβάθμισης μερικών F-16. Αντιθέτως, με τον στρουθοκαμηλισμό που συνήθως τους διακρίνει, κόμματα και πολιτικοί όλων των αποχρώσεων υιοθετούν, άμεσα ή έμμεσα, την επιχειρηματολογία περί… υπερβολικού κόστους, περί προτίμησης στις κοινωνικές παροχές αντί για την «σπατάλη» χρημάτων για εξοπλισμούς, ή περί… διαρκούς ειρήνης («σιγά μην γίνει πόλεμος», όπως ευρέως λέγεται από τα χείλη διαφόρων ανευθυνοϋπευθύνων – σαν να έχει υπάρξει στην ελληνική ιστορία αιώνας χωρίς πολεμική εμπλοκή, ή σαν να μην βρίσκεται η χώρα στα Βαλκάνια).

Με τέτοια νοοτροπία ηγεσίας και λαού, δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι τα 2,4 δις δολλάρια που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος Trump, δεν πρόκειται να δαπανηθούν ποτέ. Αυτή προφανώς θα ήταν η μέγιστη δαπάνη, για να τα 123 νεότερα F-16. Στην πραγματικότητα, το πολύ να φτάσουμε στα 1,1 δις Ευρώ που έσπευσε (μέσω… Twitter) να υπενθυμίσει ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, αν όχι σε ακόμα λιγότερα, για να αναβαθμιστούν τελικά όχι 155 (που θα έπρεπε), ούτε 123 (που συζητείται), αλλά πολύ παρακάτω (αρκετά λιγότερα των 100, ουσιαστικά λίγο πάνω από τα μισά) F-16 τής Πολεμικής Αεροπορίας μας. Συνελόντι ειπείν, αντί να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να διατηρείται τουλάχιστον η ισορροπία στον αέρα έναντι τής Τουρκίας, η οποία μπορεί (υπό προϋποθέσεις και με αρκετή τύχη) να καλύψει τις δυσμενείς εξελίξεις σε θάλασσα και ξηρά, αφήνουμε και το αεροπορικό όπλο να συρρικνωθεί, μη μπορώντας καν να συμφωνήσουμε στοιχειωδώς στο δέον γενέσθαι.

Στην προϊούσα αυτή υποβάθμιση της αμυντικής ισχύος τής χώρας, θα περίμενε κανείς να αντιδράσει τουλάχιστον η κεντροδεξιά Αξιωματική Αντιπολίτευση, η οποία (υποτίθεται ότι) διαφωνεί με την πώληση των 32 F-16 Block 30 και θεωρεί απαραίτητη την αναβάθμιση όλου του στόλου (όπως θα ήθελε και η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων). Δυστυχώς, κρίνοντας από τις πρώτες δηλώσεις των αρμοδίων στελεχών της σχετικά με την ανακοινωθείσα (μέγιστη) δαπάνη των 2,4 δις δολλαρίων, ούτε η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να μπορεί να ξεφύγει από τα δίχτυα του λαϊκισμού. Αντιθέτως, αντιδρά περίπου όπως συμπεριφέρονταν τα άλλα κόμματα (και ειδικά τα αριστερά), όταν ήταν αυτή στην κυβέρνηση, δηλαδή διαμαρτύρεται για δήθεν… υπερβολικές δαπάνες.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, από ό,τι φαίνεται θα είναι «τυχερή» η Πολεμική Αεροπορία αν καταφέρει να αναβαθμίσει τον μισό σημερινό στόλο των F-16 και μάλιστα σε κανονικό επίπεδο Block 70 Viper (όπως ανακοινώθηκε), αντί κάποιας «φθηνότερης» λύσης («περίπου» Viper). Ακόμα και αυτό να επιτευχθεί, όμως, δοθείσης της πιεστικής ανάγκης για πολύ μεγαλύτερες παρεμβάσεις και της προϊούσας γήρανσης των μαχητικών αεροσκαφών, ουσιαστικά θα πρόκειται για υποβάθμιση των F-16, πολλά εκ των οποίων, εντός της επόμενης δεκαετίας, θα πωληθούν, θα καθηλωθούν ή θα καταλήξουν χρήσιμα μόνο για τον ρόλο των αεροπορικών επιδείξεων…

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΚάν’ το όπως ο Ανδρέας

Warning: A non-numeric value encountered in /home/kentrodexia/public_html/wp-content/themes/Newspaper/includes/wp_booster/td_block.php on line 1009