Βούτυρο ή κανόνια;

Η ανευθυνότητα με την οποία η πολιτική ηγεσία τής χώρας διαχρονικά αντιμετωπίζει τον εξαιρετικά ευαίσθητο τομέα τής άμυνας και της ασφάλειας, αναδεικνύεται για άλλη μια φορά στην (εντελώς θεωρητική, ακόμα) συζήτηση περί προμήθειας μικρού αριθμού (15-20) μαχητικών αεροσκαφών stealth F-35. Ενώ δηλαδή ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος διακηρύσσει προς κάθε κατεύθυνση ότι έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία (σε επίπεδο εκδήλωσης ενδιαφέροντος), ο Αναπληρωτής του, Δημήτρης Βίτσας, αρχικά συμφωνεί και μετά τον διαψεύδει, δηλώνοντας μεν προ μηνός ότι η Ελλάδα ζητάει F-35 από τις ΗΠΑ και ότι «ο προϋπολογισμός βγαίνει» (στις 9 Φεβρουαρίου) και ότι το πρώτο μαχητικό του τύπου αναμένεται στην Ελλάδα περί το 2020 (στις 16 Φεβρουαρίου), για να «ξεκαθαρίσει» (!) χθες ότι δεν εξετάζεται καν η αγορά τέτοιων μαχητικών.

Τα ανωτέρω (και άλλα…) ήξεις-αφήξεις τής κυβέρνησης στον κρίσιμο τομέα τής άμυνας, δεν οφείλονται μόνο στην δεινή οικονομική κατάσταση του κράτους. Διαπνέονται εμφανώς και από τις ιδεοληψίες τής Αριστεράς, εκπεφρασμένες γλαφυρότατα στο αλήστου μνήμης ρηθέν του 2012 «θα το ρισκάρουμε με τους Τούρκους» που είχε εκστομίσει κορυφαίο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Η όλη αυτή στάση, όμως, δεν είναι αποκλειστικά «αριστερό» πρόνόμιο, αλλά εντάσσεται σε μια γενικότερη φιλοσοφία μιθριδατισμού τής ελληνικής κοινωνίας, μεγάλο τμήμα τής οποίας θεωρεί ότι, στη σύγχρονη εποχή, δεν μπορεί να γίνει πόλεμος, αφού (τάχα) θα τον σταματήσουν κάποιοι ξένοι, ή διότι ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ή επειδή «οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν», ή ποιος ξέρει τι άλλο. Πρόκειται, ουσιαστικά, για την «ειρηνιστική» απάντηση του διαχρονικού (όσο και παραπλανητικού) διλήμματος «βούτυρο ή κανόνια;».

Δυστυχώς, παρά την σχεδόν καθολική υπερηφάνεια για το εθνικό μας παρελθόν, ουδέν διδασκόμαστε από την ιστορία – ούτε καν την πολύ πρόσφατη, ούτε βέβαια από το τι συμβαίνει διαχρονικά στον υπόλοιπο πλανήτη. Δεν έχει βέβαια απαίτηση κανείς από τον μέσο πολίτη να εντρυφήσει στον Θουκυδίδη, τον Σουν Τζου, τον Κονδύλη ή τον Clausewitz, ούτε να εμβαθύνει στους απαράβατους νόμους τής φύσης (ανθρώπινης και μη) περί της τύχης των αδυνάμων, ούτε καν να θυμηθεί ότι τα γεωγραφικά σύνορα του Ελληνισμού αλλάζουν αρκετές φορές κάθε αιώνα. Τουλάχιστον, όμως, το τι συνέβη στην Κύπρο το 1974, στο Αιγαίο το 1987 (με το «Σισμίκ») ή στα Ίμια το 1996, θα έπρεπε να μας δίνει μαθήματα. Το ίδιο θα έπρεπε να μας διδάσκει και η αποθράσυνση των γειτόνων μας τα τελευταία χρόνια – όχι μόνο της Τουρκίας αλλά και πολύ υποδεέστερων «συμμάχων», όπως τα Σκόπια και η Αλβανία. Υπάρχει σοβαρά κανείς που να θεωρεί ότι η αυξανόμενη επιθετική συμπεριφορά όμορων κρατών προέρχεται από την… μείωση των μισθών και των συντάξεων στην Ελλάδα; Δεν είναι προφανές ότι οφείλεται στην σταδιακή και επιδεινούμενη ελάττωση τής ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος;

Προφανές επίσης θα έπρεπε να είναι το ότι, ως κύρια πηγή εσόδων του ελληνικού κράτους αυτά τα χρόνια, ο τουρισμός εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ηρεμία στο Αιγαίο. Οι μεταναστευτικές ροές τού κάνουν ήδη (τουλάχιστον στις περιοχές υποδοχής) σοβαρή ζημιά. Αν (ο μη γένοιτο) η χώρα βρεθεί στη δίνη ενός (έστω περιορισμένης έκτασης) πολεμικού επεισοδίου, ποιος τουρίστας θα έλθει σε ελληνικό νησί – ή στην Ελλάδα, γενικότερα; Τις τεράστιες απώλειες εσόδων των γειτονικών μας χωρών που αντιμετωπίζουν ζητήματα ασφαλείας, ουδείς τις αντιλαμβάνεται; Δεν μας δείχνουν ξεκάθαρα τι μπορεί, αντίστοιχα, να συμβεί και εδώ;

Χωρίς αμφιβολία, η αδυσώπητη πραγματικότητα υπαγορεύει ότι, ως και την επόμενη δεκαετία, η χώρα μας θα πρέπει να επενδύσει τουλάχιστον 15-20 δις Ευρώ σε εξοπλιστικά προγράμματα αγορών ή αναβαθμίσεων οπλικών συστημάτων, αν θέλει να διατηρήσει την αποτρεπτική ισχύ που διέθετε μέχρι πρόσφατα. Ποια ακριβώς και πόσα θα είναι αυτά τα οπλικά συστήματα, θα το αξιολογήσουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι, δηλαδή η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων – αλλά οι προμήθειες πρέπει να γίνουν και ήδη έχουμε αργήσει στον προγραμματισμό τους (που δεν κοστίζει μεν, αλλά απαιτεί χρόνια). Αλλιώς, θα καταντήσουμε σύντομα να διαθέτουμε αεροπλάνα, πλοία και άρματα για τις παρελάσεις και δεκάδες χιλιάδες ένστολους νέους μας για πιθανή βορά στα κανόνια του εξ ανατολών αντιπάλου, ο οποίος, παρά τα αποσταθεροποιητικής φύσεως εσωτερικά του προβλήματα, διαρκώς ενισχύεται εις βάρος μας, αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή να επιτεθεί – στο Αιγαίο, την Θράκη, την Κύπρο ή αλλού.

Αν μπορούσαμε να προσπεράσουμε την ανεπάρκεια, την προχειρότητα και την διαφθορά που σχεδόν ανεξαιρέτως επιδεικνύουμε ως χώρα στον αμυντικό σχεδιασμό εδώ και δεκαετίες, θα είχαμε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε τις ούτως ή άλλως απαραίτητες αμυντικές δαπάνες ως επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, αναστρέφοντας το brain drain και τονώνοντας την χειμαζόμενη ελληνική οικονομία. Κάτι τέτοιο όμως απαιτεί εμπνευσμένη πολιτική ηγεσία και ευρεία λαϊκή συναίνεση, που δυστυχώς δεν φαίνεται να διαθέτει εν επαρκεία η σημερινή Ελλάδα.

Βεβαίως, εύκολα λεφτά για εξοπλισμούς δεν υπάρχουν. Πράγμα που σημαίνει, ότι θα πρέπει να αποφασίσουμε άμεσα αν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε, έστω και με θυσίες (όχι μόνο οικονομικές) να τα βρούμε, ή αν πρέπει να αφεθούμε στην ελπίδα ότι «θα το ρισκάρουμε» χωρίς, ως κράτος και ως κοινωνία, να πάθουμε τίποτα. Αμφότερες οι προσεγγίσεις έχουν τη λογική τους, η δε απόφαση ανήκει στον κυρίαρχο λαό. Αλλά τουλάχιστον ας μην διατηρούμε ανώφελες ψευδαισθήσεις ότι είμαστε ασφαλείς, παρά την ολιγωρία και την αβελτηρία μας.

Πάντως το δίλημμα «βούτυρο ή κανόνια» έχει απαντηθεί, πολύ πριν καν διατυπωθεί: με (επαρκή σε ποσότητα και ποιότητα) «κανόνια» (δηλαδή, αμυντικά μέσα, σε έμψυχο και άψυχο υλικό) μια χώρα έχει καλές πιθανότητες να διατηρήσει ή να αυξήσει το όποιο «βούτυρο» (δηλαδή, όσον πλούτο) διαθέτει. Χωρίς τα «κανόνια» αυτά, όμως, πιθανόν αργά ή γρήγορα να καταλήξει να δει το δικό της «βούτυρο» στο ψωμί κάποιου γείτονα, πιθανώς περισσότερο «πεινασμένου»…