150.000 αμβλώσεις ή 150.000 γεννήσεις;

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρκώς επιδεινούμενο δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο σταδιακά αναδεικνύεται σε υπαρξιακής φύσεως ζήτημα για το ελληνικό έθνος. Πληθώρα σχετικών δημοσιευμάτων έχει καταγραφεί, έρευνες έχουν δημοσιευτεί, κάποιες αποσπασματικές προσπάθειες ανάσχεσης (δια οικογενειακών επιδομάτων) έχουν γίνει σε κυβερνητικό επίπεδο (κυρίως από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Κώστα Καραμανλή), ως και η Εκκλησία έχει παρέμβει (με καλά, αν και περιορισμένης έκτασης αποτελέσματα), αλλά ακόμα αναζητείται η γενναία, μακροπρόθεσμη και αποτελεσματική πολιτική που θα αναστρέψει την πορεία προς τον πληθυσμιακό, οικονομικό και γεωπολιτικό μαρασμό τής χώρας, ο οποίος ήδη βρίσκεται προ των πυλών.

Σε απόλυτους αριθμούς, αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα, το 2050 υπολογίζεται ότι οι Έλληνες θα είναι λιγότεροι από 9.000.000 (αντί για 14.000.000) και το 2100 ίσως και κάτω από 3.000.000 – αντί για 20.000.000, που θα μπορούσαν να φτάσουν (έστω και κατά προσέγγιση), αν η πορεία των γεννήσεων εξελίσσετο ομαλά. Με άλλα λόγια, αναζητούνται, ήδη, πολλά εκατομμύρια Έλληνες για τον 21ο αιώνα, για να μπορέσει η χώρα μας να δει, ως ανεξάρτητο κράτος, τον 22ο αιώνα.

Μεταξύ των αιτίων που προκαλούν την δραματική πτώση των γεννήσεων, πρωταγωνιστικό ρόλο κατέχει ο υψηλός αριθμός των αμβλώσεων, ο οποίος προ της οικονομικής κρίσης υπολογιζόταν ότι ανέρχεται ώς και τις 300.000 (!) κατ’ έτος, ενώ σε έρευνα που δημοσιεύεται αυτές τις ημέρες, φέρεται μειωμένος (αλλά πάντα υψηλός) στις 100.000 – 150.000 κατ’ έτος, εκ των οποίων μάλιστα το 20% – 25% σε νεαρά κορίτσια, ηλικίας κάτω των 16 ετών. Στον αντίποδα, οι γεννήσεις, οι οποίες το 1980 σημείωσαν την υψηλότερη επίδοση τής Μεταπολίτευσης με περίπου 150.000 (για την ακρίβεια, 148.134), ήδη από το 2013 έχουν πέσει κάτω από 100.000 (για πρώτη φορά από το 1932 που ξεκίνησε η καταγραφή) και πιθανώς να κινούνται ήδη κάτω από τις 90.000, εκ των οποίων μάλιστα οι προερχόμενες από Ελληνίδες μητέρες δεν ξεπερνούν το 85%.

Σειρά άλλων παραγόντων συμβάλλουν, επίσης, στη δεινή δημογραφική κατάσταση, στην οποία βυθίζεται όλο και περισσότερο το ελληνικό έθνος. Υπάρχει, για παράδειγμα, η νοοτροπία που έχει επικρατήσει από τη δεκαετία του 1980, ότι δηλαδή «πρέπει κάθε οικογένεια να κάνει το πολύ 1 ή 2 παιδιά, ώστε να μπορούν οι γονείς να τους προσφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά γίνεται», διαψεύδοντας τις αιτιάσεις ότι δήθεν για το δημογραφικό πρωτίστως ευθύνεται η οικονομική κρίση (ενώ παλαιότερα, σε εποχές γενικευμένης φτώχειας, η χώρα δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα γεννήσεων). Επιπλέον, με την αύξηση του μέσου όρου ηλικίας στην οποία δημιουργείται οικογένεια αλλά και του αριθμού των γυναικών που δεν τεκνοποιούν, ο μέγιστος αριθμός τέκνων κάθε οικογένειας μειώνεται και είναι αμφίβολο αν ο στατιστικός μέσος όρος των 2,1 παιδιών ανά ζευγάρι αρκεί πια για την ανανέωση των γενεών, όπως ίσχυε μέχρι τώρα.

Παρά την γενικευμένη αδιαφορία πολιτικής ηγεσίας και λαού (επί δεκαετίες, όχι μόνο κατά την τρέχουσα οικονομική συγκυρία), τις εγγενείς αδυναμίες του κράτους (π.χ. έλλειψη υποδομών), την ευρεία οικονομική δυσπραγία και τα όποια άλλα αίτια, το ερώτημα παραμένει: υπάρχει τρόπος ανάσχεσης και αναστροφής του δημογραφικού προβλήματος, ή θα συνεχίσουμε να παρατηρούμε σχεδόν απαθείς τον βιολογικό αφανισμό του ελληνικού έθνους και την ταυτόχρονη μετατροπή του ελλαδικού γεωγραφικού χώρου σε κατοικία αλλοδαπών, λόγω της διαρκούς εισροής ξένων και της προϊούσας μετανάστευσης των Ελλήνων στο εξωτερικό; Για παράδειγμα, μπορούμε, αντί για 150.000 αμβλώσεις, να μιλάμε για 150.000 γεννήσεις τον χρόνο, δηλαδή να επιστρέψουμε στα επίπεδα του 1980 και, σε επόμενο στάδιο, να τα ξεπεράσουμε;

Όπως έχουν αποδείξει σχετικές πρωτοβουλίες, εντός και εκτός Ελλάδος (π.χ. στη Γαλλία), η μόνη πολιτική που δείχνει να αποδίδει απτά αποτελέσματα στη σύγχρονη εποχή, είναι η επιδοματική. Με άλλα λόγια, δοθείσης και της σοβαρότητας της κατάστασης στην χώρα μας, το πιθανότερο είναι ότι, πλέον, σοβαρή πολιτική δημογραφικής ανάπτυξης δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς την επένδυση μεγάλων ποσών – πρωτίστως σε γενναία επιδόματα γεννήσεων (π.χ. συγκρινόμενα με τον μισθό ανειδίκευτου εργάτη ανά τέκνο) και δευτερευόντως σε μέτρα στήριξης της μητρότητας, διευκόλυνσης της υιοθεσίας, περιορισμού του αριθμού των αμβλώσεων και προβολής της τεκνοποιΐας. Μεσομακροπρόθεσμα βέβαια, τα ποσά αυτά θα ανακτηθούν στο πολλαπλάσιο, δια των φόρων, των εισφορών και, γενικότερα, του δυναμισμού που θα προσφέρει στην ελληνική κοινωνία ο επιπλέον γηγενής πληθυσμός, αλλά ουδείς από την πολιτική ηγεσία φαίνεται να το συνειδητοποιεί, ή να το λαμβάνει υπ’ όψιν.

Η λογική υποδεικνύει ότι, σε εποχές δεινής οικονομικής κρίσης, τα απαραίτητα κονδύλια είναι πρακτικώς αδύνατο να εξευρεθούν. Ίσως πράγματι να ισχύει κάτι τέτοιο. Όμως, χωρίς να προσπαθήσουμε, δεν μπορούμε να παραιτηθούμε, ούτε να συνεχίσουμε άλλο να αδιαφορούμε για το δημογραφικό πρόβλημα – δηλαδή, ουσιαστικά για την μελλοντική ύπαρξη του ελληνικού έθνους.