Η νέα προοπτική της Κεντροαριστεράς

Μια από τις εμφανέστερες (και εντυπωσιακότερες) συνέπειες της μνημονιακής κρίσης στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας, είναι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μετά το 2010 – κατάρρευση που έχει δημιουργήσει μείζονες κραδασμούς στον χώρο της Κεντροαριστεράς, σε βαθμό μάλιστα που να καταφέρει ένα έτι αριστερότερο (και εμφανώς ριζοσπαστικότερο) μικρό κόμμα, να καταλάβει την ηγετική της θέση.

Σε εκλογικό επίπεδο, το κενό αυτό καλύπτεται εν πολλοίς από τον περίπου δεκαπλασιασμό της δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει χαρίσει στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα 4 εκλογικές νίκες από το 2014 (σε Ευρωεκλογές 2014, εθνικές εκλογές και δημοψήφισμα 2015) – πέραν της ήδη πρωτοφανούς εκτόξευσής του στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης την διετία 2012-2014. Σε «πελατειακό» επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης καταλαμβάνει τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, φιλοξενώντας πολλά στελέχη και ακόμα περισσότερους ψηφοφόρους του – μαζί με την παπανδρεϊκή νοοτροπία που γιναντώθηκε από τη δεκαετία του 1980. Αυτό που δεν δείχνει να μπορεί να κάνει, όμως, είναι να ενισχύσει το «σοβαρό» (κυβερνητικό ή μη) πρόσωπο της Κεντροαριστεράς, το οποίο ενίοτε κατόρθωνε να αναδυθεί ακόμα και από τη θάλασσα του λαϊκισμού που αντιπροσωπεύει το ΠΑΣΟΚ, από ιδρύσεώς του.

Το σοβαρό αυτό πρόσωπο λανθάνει σήμερα πίσω από τις ισχνές εκλογικές δυνάμεις που έχουν το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ, το ΚΙΔΗΣΥ και Το Ποτάμι, αλλά διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να γεννήσει νέο ισχυρό πόλο της Κεντροαριστεράς, εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο συνιστά κίνδυνο υπαρξιακής φύσεως για το κόμμα της Κουμουνδούρου, ίσως ακόμα μεγαλύτερο από την παταγώδη αποτυχία (σε βαθμό γελοιοποίησης) της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και από την αναιμική δυναμική της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Το ερώτημα λοιπόν είναι: θα καταφέρουν οι ηγεσίες των διαφόρων κομματιδίων της Κεντροαριστεράς, να υπερβούν, έστω και προσωρινά, τις ατομικές τους φιλοδοξίες;

Ένας εκλογικός συνασπισμός του ΠΑΣΟΚ και 2-3 ακόμα μικρών κεντροαριστερών κομμάτων, ο οποίος θα επιτυγχάνει σταθερά διψήφιο ποσοστό στις δημοσκοπήσεις και δεν θα (δείχνει να) έχει ευκαιριακό χαρακτήρα (τουλάχιστον αν συνοδεύεται από στοιχειωδώς σοβαρό μετεκλογικό σχέδιο πορείας), εκμεταλλευόμενος και την πτωτική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί υπό προϋποθέσεις να διεκδικήσει την θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στις επόμενες εκλογές, με ποσοστό ακόμα και άνω του 20%.

Προς τον σκοπό αυτό, αρκεί να εκμεταλλευτεί τη δημογραφική σύνθεση του εκλογικού σώματος που στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και την πολιτική συγκυρία. Οι ψηφοφόροι αυτοί προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ στη συντριπτική τους πλειοψηφία και είναι μάλλον οπαδοί (ή νοσταλγοί) του παπανδρεϊκού κρατισμού, στον οποίο το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα εκτός απροόπτου θα χάσει την πρόσβαση στις επόμενες εκλογές. Ένα «κλείσιμο του ματιού» από την παραδοσιακή πολιτική τους μήτρα, που αναμένεται να έχει πολύ μεγαλύτερη ισχύ (και πολύ πιο ρεαλιστικό πολιτικό λόγο) ως Αξιωματική Αντιπολίτευση από έναν απαξιωμένο ΣΥΡΙΖΑ, ίσως αποδειχθεί αρκετό για να «επαναπατρίσει» μερικές ποσοστιαίες μονάδες στον «νέο» κεντροαριστερό συνασπισμό. Και αν κάτι τέτοιο αρχίσει να φαίνεται στις δημοσκοπήσεις, όπως συμβαίνει π.χ. ήδη σε διάφορα συνδικαλιστικά όργανα, μπορεί να μετατραπεί σε ποτάμι επιστροφής, το οποίο θα αποστραγγίξει τον ΣΥΡΙΖΑ από μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που απέκτησε από το 2012, κατακρημνίζοντάς τον έως και προς μονοψήφια ποσοστά.

Βεβαίως, όλα αυτά τα «αν» είναι δύσκολο να συνδυαστούν με τρόπο που θα γεννήσει αποτελέσματα, κυρίως λόγω των προσωπικών φιλοδοξιών και των διαφορών που έχουν μεταξύ τους οι ηγεσίες των μικρών κομμάτων της Κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, ΚΙΔΗΣΥ, Το Ποτάμι). Επειδή, όμως, το ακραίο τμήμα της Αριστεράς (υπό τη μορφή του ΣΥΡΙΖΑ) αποδεικνύεται παντελώς ανίκανο ως φορέας της κυβερνητικής της πρότασης, το σοβαρότερο τμήμα της, η πραγματική Κεντροαριστερά, διδαγμένη από τις καταστροφικές συνέπειες του λαϊκισμού (που η ίδια εν πολλοίς εξέθρεψε στη Μεταπολίτευση), έχει χρέος απέναντι στη χώρα να επανακάμψει σε ρόλο πρωταγωνιστή.

Η νέα προοπτική της Κεντροαριστεράς – και ταυτόχρονα η ιστορική ευθύνη της απέναντι στη χώρα – είναι, ξεπερνώντας τον εαυτό και τις παραδόσεις της, να περιορίσει (αν όχι να εκτοπίσει) τον λαϊκισμό και τις ακρότητες εκεί που ανήκουν: στο αριστερό της περιθώριο. Πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολο έργο που δεν κατάφερε (ούτε δείχνει να μπορεί να καταφέρει) από μόνη της η Κεντροδεξιά.