Υπηρεσιακός ανασχηματισμός

Ο αποψινός ανασχηματισμός της δεύτερης κυβέρνησης Τσίπρα, παρά τις εβδομάδες επωασμού του, μόνο τα εντυπωσιακά αποτελέσματα που απαιτούνται για την αναστροφή τού εξαιρετικά δυσμενούς κοινωνικού κλίματος δεν παράγει. Εμφανές προϊόν εσωκομματικών συμβιβασμών και αναιμικών εφεδρειών, δαιδαλώδης και δυσλειτουργική λόγω του αυξημένου μεγέθους της, στελεχωμένη με πρόσωπα ενίοτε αμφίβολων (για τη θέση τους) προσόντων, η «νέα» κυβέρνηση δεν φαίνεται ικανή να προκαλέσει ενθουσιασμό (ή, έστω, αισιοδοξία) για ένα καλύτερο αύριο.

Πράγματι, το νέο κυβερνητικό σχήμα είναι υπερμέγεθες – το μεγαλύτερο της Μεταπολίτευσης, με 48 (!) υπουργούς, 10 (!) περισσότερους από το προηγούμενο και 12 παραπάνω από το αντίστοιχο του Αντώνη Σαμαρά. Νέα υπουργεία, νέες θέσεις υπουργών και υφυπουργών, νέες θέσεις συμβούλων και μετακλητών, σε μια χώρα με καθημαγμένη οικονομία πόσο απαραίτητα είναι, αλήθεια;

Δεύτερον, δεν έχει καθαρό ιδεολογικό προσανατολισμό, καθώς συστεγάζει παραδοσιακούς Αριστερούς με άτομα της αγοράς, γνωστά με άγνωστα στο κοινό πρόσωπα και ηλικίες από 30 έως 70 χρόνων. Παράλληλα όμως, είναι εμφανής η μετατόπιση δεξιότερα (προς τη σοσιαλδημοκρατία), με βάση τα βιογραφικά ορισμένων εκ των νέων υπουργών, αλλά και εκείνα όσων απομακρύνθηκαν.

Μπορεί επίσης κανείς να χαρακτηρίσει τον ανασχηματισμό μάλλον άκαιρο, δεδομένου του ότι συμβαίνει μερικές εβδομάδες πριν την ραστώνη της παρατεταμένης εορταστικής περιόδου. Γιατί, άραγε, ο Αλέξης Τσίπρας δεν περίμενε να περάσουν 2 μήνες ακόμα, ώστε να ανακοινώσει έναν εντυπωσιακότερο ανασχηματισμό, στις 25 Ιανουαρίου 2017, επέτειο των 2 ετών από την πρώτη εκλογική νίκη ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; Μια τέτοια κίνηση θα έδινε κάποιον «αέρα» στα πανιά της κυβέρνησης για μερικούς μήνες ακόμα, ίσως αρκετούς για να την κάνει να φτάσει ως την καλοκαιρινή περίοδο.

Προφανώς τα ενδεχόμενα αυτά έχουν απασχολήσει επί μακρόν το κυβερνητικό επιτελείο και, για να μην επαληθευτούν, κάποιο άλλο σχέδιο επεκράτησε. Η εμφανής αποτυχία κορυφαίων στελεχών σε «ευαίσθητα υπουργεία» (π.χ. Ανάπτυξης, Εργασίας, Παιδείας), η ενόχληση μεγάλων κοινωνικών ομάδων (της Εκκλησίας μη εξαιρουμένης) και οι ενδεχόμενες πιέσεις από το εξωτερικό, εν όψει του κλεισίματος της τρέχουσας αξιολόγησης, είναι σημαντικοί παράγοντες, αλλά οι επιλογές των νέων υπουργών δεν δείχνουν να δικαιολογούνται πλήρως από αυτούς.

Αντιθέτως, η σύνθεση της νέας κυβέρνησης δείχνει να είναι, σε μεγάλο βαθμό, απόρροια μιας ιδιότυπης στάσης αναμονής (αν όχι οιονεί παραίτησης) από πλευράς του Πρωθυπουργού, με «βόλεμα» όσο το δυνατόν περισσότερων πολιτικών τάσεων, συνεννοήσεις για ολιγόχρονη… υπομονή προς τα μεγαλοστελέχη που απομακρύνθηκαν ή υποβαθμίστηκαν και λήψεως δυναμικότερων αποφάσεων στις αρχές του επόμενου χρόνου. Αν τα πράγματα συνεχίσουν να εξελίσσονται αρνητικά για την χώρα και τον ΣΥΡΙΖΑ (όπερ και το πιθανότερον), ίσως διεξαχθούν πρόωρες εκλογές ως την Κυριακή 19 Μαρτίου, ημερομηνία έως την οποία, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, εξακολουθεί να ισχύει η «λίστα» (έναντι του «σταυρού») στην κατάρτιση των ψηφοδελτίων – ένα «εργαλείο» εξαιρετικά χρήσιμο σε όποιον θέλει να διατηρήσει πλήρως τον έλεγχο του κόμματος και της κοινοβουλευτικής του ομάδας, ειδικά εν όψει διαφαινόμενης εκλογικής συντριβής.

Έχουν βέβαια διατυπωθεί αντικρουόμενες απόψεις περί του θέματος της λίστας και η κυβέρνηση το απέρριψε ρητώς στις αρχές του 2016, συντασσόμενη ανοιχτά με την άποψη ότι το 18μηνο κατά το οποίο ισχύει μετράει από τις εκλογές τής 25/01/2015 και όχι από αυτές τής 20/09/2015, αλλά το διάστημα αυτό προβλέπεται στον Νόμο 3636/2008 που αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά (το Σύνταγμα δεν λέει κάτι σχετικό) και ένας νόμος μπορεί να αλλάξει πολύ εύκολα – η δε κυβέρνηση συνηθίζει τις άρδην μεταβολές στάσης, ενώ στο «ενεργητικό» της έχει την προκήρυξη και διεξαγωγή δημοψηφίσματος-παρωδία, μέσα σε μόλις 10 ημέρες.

Με μια φράση, η νέα κυβέρνηση Τσίπρα μοιάζει περισσότερο με υπηρεσιακή, παρά με μάχιμη. Θα διαχειριστεί την ζοφερή πραγματικότητα για μερικούς μήνες (περιλαμβανομένης της μακράς περιόδου διακοπών), με πρόσωπα πολιτικώς αναλώσιμα και σε περιβάλλον εσωκομματικής αναζήτησης (αν όχι ανακωχής), αφήνοντας έτσι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά στον Πρωθυπουργό, ο οποίος, στη λογική τού «βλέποντας και κάνοντας», ή «όσο τραβήξει», θα λάβει τις οριστικές αποφάσεις του στις αρχές του 2017 (και οπωσδήποτε πριν χρειαστεί να ενεργοποιηθεί ο διαβόητος «κόφτης»). Μέχρι τότε, κάθε ενδεχόμενο είναι ανοιχτό και δεν συνιστά έκπληξη.