Τι πρέπει να γίνει με τις τηλεοπτικές άδειες

Το νέο επεισόδιο στο σήριαλ της ανάθεσης των τηλεοπτικών αδειών – ήτοι, η κήρυξη ως έκπτωτου του αγαπημένου «υπερθεματιστή» της κυβέρνησης, πλήττει ακόμα περισσότερο το κύρος ενός ήδη διάτρητου διαγωνισμού, θέτοντας εκ των πραγμάτων ζήτημα ακόμα και ακύρωσής του, αφού είναι αμφίβολης νομιμότητας η ανάθεση στον επόμενο πλειοδότη της άδειας που αναπάντεχα (;) «απελευθερώθηκε».

Ως γνωστόν, ο πρωτοφανής τηλεμαραθώνιος της «καλής» διαπλοκής που διεξήχθη πριν από μερικές εβδομάδες, ανέδειξε πέμπτο «υπερθεματιστή» την DIMERA MEDIA του Ιβάν Σαββίδη με 61,5 εκ. Ευρώ, ο οποίος όμως βρίσκεται ήδη σε δικαστική διαμάχη με τον έκτο (τον ALPHA του Δ. Κοντομηνά, που είχε προσφέρει 61 εκ. Ευρώ). Ποια κατάληξη θα έχει, άραγε, η διαμάχη αυτή; Θα τα βρουν εξωδικαστικά οι δύο πλευρές; Οι υπόλοιποι 3 «νικητές» του διαγωνισμού (ΣΚΑΙ, ALTER EGO, ΑΝΤ1), θα θελήσουν μήπως να προσβάλουν την εγκυρότητά του, με κίνητρο την απομείωση του υπερβολικά υψηλού τιμήματος; Θα μπορέσουν ποτέ να εισπραχθούν στο σύνολό τους τα 246 εκ. Ευρώ (που θα ξεπεράσουν τα 250 εκ., αν η εκκρεμμούσα άδεια δοθεί στον πέμπτο ή τον έκτο πλειοδότη); Ποιες θα είναι οι τελικές γνωμοδοτήσεις των εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων, στα οποία έχουν ήδη προσφύγει οι «χαμένοι» του διαγωνισμού;

Σε κάθε περίπτωση, η σωστή διαδικασία θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετική. Αν η (όποια) κυβέρνηση επιθυμεί να εξυγιάνει το τηλεοπτικό τοπίο, αντί να δίνει την ευκαιρία σε υπερχρεωμένα κανάλια να χρεωκοπήσουν λόγω (προφανούς) ανωτέρας βίας και έτσι να γλιτώσουν (εις βάρος των πολιτών) το σύνολο των δανείων τους, θα έπρεπε να κάνει αυστηρό οικονομικό έλεγχο και να καταλογίσει ευθύνες – αν υπάρχουν. Παράλληλα, να προκηρύξει τουλάχιστον 10 (αν όχι απεριόριστες) άδειες πανελλαδικής εμβέλειας, με εύλογα υψηλό (αλλά όχι εξωφρενικό) τίμημα, ώστε να μην υπάρχει καμμία υπόνοια χειραγώγησης των ΜΜΕ, αλλά να δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους ήδη εκπέμποντες σταθμούς (και σε τουλάχιστον 1-2 ακόμα), να συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά, όπως κάνουν επί δεκαετίες. Οι δικαιολογίες περί δήθεν τεχνολογικών περιορισμών σε 4 (!) μόνο κανάλια υψηλής ευκρίνειας είναι – λίαν επιεικώς – φαιδρές και έχουν κονιορτοποιηθεί ήδη από ειδήμονες εντός και εκτός Ελλάδος.

Με βάση την οικονομική κατάσταση της χώρας και το μέγεθος της τηλεοπτικής αγοράς, ένα ποσόν από 20 έως 30 εκ. Ευρώ ανά άδεια, μοιάζει εφικτό να ζητηθεί ως εφ’ άπαξ τιμή για μια 10ετή ή 15ετή άδεια πανελλαδικού τηλεοπτικού σταθμού. Τμήμα του ποσού αυτού θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε αναλογική χρέωση για την έως τώρα λειτουργία κάθε υπάρχοντος σταθμού – επιπλέον του κόστους για την προσωρινή άδεια που καταβαλόταν τις προηγούμενες δεκαετίες (έχοντας αποφέρει στα δημόσια ταμεία σχεδόν 150 εκ. Ευρώ, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα ισχυρίζονται τα υπάρχοντα κανάλια).

Για παράδειγμα, χρεώνοντας €1.000 την ημέρα, τα 27 χρόνια λειτουργίας ισοδυναμούν με 27 x 365 x €1.000 = €9.855.000, δηλαδή με σχεδόν 10 εκ. Ευρώ, που, για την ικανοποίηση του δημοσίου αισθήματος (με βάση τη λογική της κυβέρνησης), το κράτος θα μπορούσε να ζητήσει από τους «παλαιούς» σταθμούς, θέτοντας επιπλέον ένα τίμημα π.χ. €5.000 την ημέρα, δηλαδή 365 x €5.000 = €1.825.000 τον χρόνο (€18.250.000 την δεκαετία) για τις νέες άδειες. Έτσι, ένα κανάλι που λειτουργεί από το 1989, όπως το Mega ή ο ΑΝΤ1, θα έπρεπε να καταβάλει συνολικά €28.105.000 για μια νέα 10ετή άδεια, ενώ ένα εντελώς νέο θα χρειαζόταν €18.250.000 για τον ίδιο σκοπό. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να τεθεί υψηλότερο τίμημα για όλους (π.χ. €5.000 την ημέρα, άρα €36.500.000 για την επόμενη δεκαετία) με κάποια έκπτωση στους υπάρχοντες σταθμούς, ανάλογα με το τι έχουν πληρώσει ήδη για τέλη χρήσεως συχνοτήτων τα προηγούμενα 27 χρόνια. Ή απλώς να μπει ενιαία τιμή (π.χ. €7.000 την ημέρα, που ισοδυναμεί με 25,55 εκ. Ευρώ για τα επόμενα 10 χρόνια), ώστε να είναι και απλούστερη η διαδικασία. Επιπλέον, για να διευκολυνθεί η συμμετοχή περισσότερων επιχειρηματικών σχημάτων, το συνολικό τίμημα που θα οριστεί, μπορεί να καταβληθεί τμηματικά (π.χ. με προκαταβολή τουλάχιστον 50%, συν 1 εκ. τον χρόνο για τη δεκαετία της λειτουργίας).

Με δεδομένο ότι λειτουργούν ήδη 9 πανελλαδικά κανάλια και ότι υπάρχει ενδιαφέρον για 3-4 ακόμα, η συγκέντρωση των περίπου €250 εκ. Ευρώ που έχει επιτύχει ο πρόσφατος διαγωνισμός είναι πιθανόν εφικτή, εάν μάλιστα οριστεί λογική τιμή με αντικειμενικώς πλουραλιστικά κριτήρια και αν απαλειφθούν οι αφελείς νομοθετικές προβλέψεις περί ελάχιστου αριθμού εργαζομένων ή άλλων απαιτήσεων που μάλλον αποθαρρύνουν, παρά προσελκύουν την υγιή επιχειρηματικότητα. Το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΣΡ) μπορεί να συνεννοηθεί με τους εκπροσώπους των καναλιών (υπαρχόντων και νέων) πριν οριστικοποιήσει τον διαγωνισμό, ώστε να μεγιστοποιηθεί το τελικό όφελος για το κράτος. Το όφελος αυτό, άλλωστε, θα είναι πολλαπλάσιο από την λειτουργία περισσότερων σταθμών, λόγω φόρων και εισφορών από εργοδότες και εργαζομένους (πρόσφατα ο ΣΕΒ υπολόγισε τις απώλειες του κράτους σε βάθος 10ετίας από το κλείσιμο των καναλιών σε περίπου 1,7 δις Ευρώ).

Εν κατακλείδι, η προσπάθεια της κυβέρνησης για κανονικοποίηση του τηλεοπτικού τοπίου είναι κατ’ αρχήν επαινετέα, καθ’ ότι πρέπει κάποτε να μπει τάξη στο όλο ζήτημα. Θα ήταν, δε, και επωφελής για το δημόσιο συμφέρον, αν δεν συνιστούσε εξώφθαλμη απόπειρα χειραγώγησης της ενημέρωσης. Σε βάθος χρόνου, τα προσδοκώμενα 250 εκ. Ευρώ από τις άδειες έχουν ελάχιστη αξία – όχι μόνο επειδή οι απώλειες εσόδων από τους σταθμούς που θα κλείσουν είναι πολλαπλάσιες, αλλά και, πολύ περισσότερο, διότι η ελευθερία του λόγου δεν ανταλλάσσεται με οποιοδήποτε αντίτιμο. Ελπιδοφόρο είναι, πάντως το ότι, ακόμα και αν καταφέρουν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ να υπερβούν τα σοβαρά νομικά και πρακτικά εμπόδια που σχετίζονται με τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές συχνότητες, αργά ή γρήγορα θα χάσουν την εξουσία και η βλάβη που προκαλούν με τον αυταρχισμό τους θα μπορέσει να θεραπευθεί, από οποιονδήποτε τους αντικαταστήσει.