Αναστρέφοντας το brain drain

Μια από τις πιο δύσκολα αναστρέψιμες συνέπειες της οικονομικής κρίσης που πλήττει την πατρίδα μας την τελευταία οκταετία, είναι η μαζική έξοδος κυρίως νέων και υψηλά καταρτισμένων Ελλήνων προς χώρες του εξωτερικού – μια φυγή που αποκαλείται και brain drain. Υπολογίζεται ότι το διάστημα 2008-2016 θα έχουν μεταναστεύσει πάνω από 400.000, ίσως και 500.000 (!) πολίτες – αριθμός που, σε μια χώρα μαστιζόμενη από οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα, είναι από μόνος του τραγικά υψηλός, χωρίς καν να υπολογιστούν οι οικονομικές επιπτώσεις πολλών δις Ευρώ που προκαλεί ετησίως στο εθνικό εισόδημα.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι, από τους μετανάστες των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, ελάχιστοι επέστρεψαν στην Ελλάδα (που μάλιστα αναπτυσσόταν γοργά εκείνη την εποχή, παραμένοντας σε ευημερία μέχρι πρότινος), μπορεί να συμπεράνει κανείς πως κάτι αντίστοιχο πιθανότατα θα συμβεί και τώρα (δεδομένης της παρατεταμένης ύφεσης). Το μεγάλο στοίχημα είναι, λοιπόν, αν θα κατορθώσει σύντομα μια κυβερνητική πολιτική να ανακόψει το μεταναστευτικό ρεύμα, προτού απογυμνωθεί εντελώς ο κοινωνικός και παραγωγικός ιστός της χώρας.

Πώς μπορεί να συμβεί αυτό; Προφανώς, με απορρόφηση του υψηλής εξειδίκευσης επιστημονικού δυναμικού, το οποίο πλέον αναζητά συλλήβδην εργασία στο εξωτερικό. Πολλά χρειάζεται να γίνουν για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο με διατηρήσιμο τρόπο, σε μια στρεβλή αγορά εργασίας που παράγει στρατιές πτυχιούχων άνευ προγραμματισμού, αλλά τέτοιες λύσεις απαιτούν χρόνο, μελέτη και οργάνωση, την πολυτέλεια των οποίων δεν διαθέτουμε. Μέχρι να τα βρούμε, πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε με «ευκολότερους» τρόπους, όπως η προσέλευση επενδύσεων και η καλλιέργεια υγιούς αναπτυξιακού κλίματος, ώστε να ανακάμψει η αγορά εργασίας και να καλύψει την προσφορά.

Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει κατ’ επανάληψη αναφέρει ότι αναζητούνται επενδύσεις της τάξης των 100 δις Ευρώ την επόμενη πενταετία, για να μπορέσει να ανακάμψει η ελληνική οικονομία. Πρόκειται για κολοσσιαίο ποσόν, το οποίο θα απαιτήσει γενναία (και σοβαρή) φορολογική πολιτική, αντίληψη επιχειρηματικότητας και διεθνή προβολή της χώρας, για να πλησιαστεί καν – πόσω μάλλον για να επιτευχθεί.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι οι ελπίδες του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έχουν κάποια βάση. Πώς θα συγκεντρωθεί και, κυρίως, πού θα κατευθυνθεί το ποσόν αυτό των πολλών (αν όχι 100, τουλάχιστον αρκετών δεκάδων) δις Ευρώ επενδύσεων, ώστε, σε αντίθεση με τον πακτωλό δις που σπαταλήθηκαν μετά το 1981, να πιάσει τόπο; Πάλι από τον τουρισμό, την ναυτιλία, την πρωτογενή παραγωγή, την μεταποίηση και τις κατασκευές θα τα περιμένουμε όλα;

Δεδομένης της έφεσης των Ελλήνων στις νέες τεχνολογίες και τον υψηλό ρυθμό απορρόφησής τους από τον μέσο πολίτη, δεν είναι λογικό να δοθεί επιτέλους ικανή προτεραιότητα στον τομέα αυτό – αρχής γενομένης από τις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) και περιλαμβάνοντας επίσης μερικούς ακόμα τομείς όπου μπορεί η χώρα να πρωταγωνιστήσει διεθνώς (π.χ. την βιοτεχνολογία).

Σε μια τέτοια περίπτωση, μεγάλο τμήμα των απαραίτητων πιστώσεων για την διεξαγωγή εφαρμοσμένης Έρευνας και Ανάπτυξης (Research and Development, R & D), μπορεί να προέλθει από τον τομέα της Άμυνας, στον οποίο άλλωστε οφείλονται πολλές από τις μεγαλύτερες εφευρέσεις της ανθρωπότητας (συμπεριλαμβανομένου του Internet). Η Ελλάδα χρειάζεται να επενδύσει περί τα 15-20 δις Ευρώ σε νέα εξοπλιστικά προγράμματα ως την επόμενη δεκαετία (με πιθανώς μακρύτερο ορίζοντα αποπληρωμής) και ταυτόχρονα να υλοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις της, για να διατηρήσει τα σημερινά κυριαρχικά της δικαιώματα. Αν είναι εφικτή η προσέλκυση 100 δις επενδύσεων εντός πενταετίας, γιατί να μην επιδιωχθεί ένα 30% του ποσού αυτού (ή επιπλέον του ποσού αυτού) να προέλθει από αμυντικές δαπάνες – π.χ. με 50% συμμετοχή του κράτους και 50% αντισταθμιστικά ωφέλη που θα διοχετευτούν στην πραγματική αγορά;

Το κλειδί εδώ είναι η δημιουργία πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ξεκινώντας από το πιο αρχικό στάδιο, τις νεοφυείς εταιρείες (startups). Αντί να πληρώνει ατελείωτα επιδόματα ανεργίας σε 20ρηδες και 30ρηδες, το κράτος θα μπορούσε να παρέχει φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα (π.χ. πλήρη απαλλαγή από φόρους για μια 3ετία ή για το πρώτο 1.000.000 Ευρώ τζίρου) σε καινούριες επιχειρήσεις νέων ανθρώπων, οι οποίες θα παρήγαγαν υπηρεσίες (π.χ. ανάπτυξης λογισμικού) για εγχώριους ή ξένους πελάτες, συμπεριλαμβανομένου του αμυντικού κλάδου. Σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει και ο ακαδημαϊκός τομέας (ΑΕΙ και ΤΕΙ, που αναζητούν εναγωνίως πόρους), ενώ παράλληλα ενδείκνυται να δημιουργηθούν 2-3 μεγάλα και υψηλού «πρεστίζ» ερευνητικά κέντρα (π.χ. σε Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο), με προσανατολισμό στην άμυνα και σε συναφείς τεχνολογίες αιχμής.

Δεν είναι εύκολο να πλησιάσουμε το παράδειγμα του Ισραήλ, που πρωτοπορεί παγκοσμίως (και) σε αυτό το επιχειρηματικό μοντέλο, αλλά σίγουρα είναι εφικτό να επιτευχθούν πολύ περισσότερα από τη σημερινή αναιμική και μεμονωμένη δραστηριότητα μικρών τεχνολογικών θυλάκων σε κάποια αστικά κέντρα της χώρας. Το επιστημονικό δυναμικό που έχουμε στο εξωτερικό, νέο και παλαιότερο, σίγουρα θα σπεύσει να ενισχύσει μια τέτοια σοβαρή προσπάθεια, έστω και σε συμβουλευτικό επίπεδο.

Παραδόξως, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην δρομολόγηση των ανωτέρω ίσως να μην είναι η εξεύρεση μερικών δεκάδων διεσεκατομμυρίων Ευρώ, αλλά η έλλειψη οράματος από την πολιτική ηγεσία και οι οπισθοδρομικές προκαταλήψεις που έχουν καλλιεργηθεί επί δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία (με διλήμματα του τύπου «βούτυρο ή κανόνια»). Στην απελπιστική κατάσταση, όμως, που έχει περιέλθει η χώρα και με τα χειρότερα να βρίσκονται μπροστά (προοιωνίζοντας ακόμα και απώλειες κυριαρχικών δικαιωμάτων), ίσως έχει φτάσει η στιγμή να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο και να τολμήσουμε…