Ανευθυνότητα με αυξημένη πλειοψηφία

Η υπερψήφιση από την Βουλή της κυβερνητικής πρότασης για τον εκλογικό νόμο πριν από μερικές ώρες, πανηγυρίζεται από τους υποστηρικτές της (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Ένωση Κεντρώων) ως εισαγωγή της απλής αναλογικής, για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση. Συγκεντρώνοντας, ανάλογα με το άρθρο, άνετη πλειοψηφία 163-180 βουλευτών, ο νέος εκλογικός νόμος δεν θα εφαρμοστεί βέβαια από τις επόμενες εκλογές, αλλά πιθανότατα θα ισχύσει στις μεθεπόμενες, αφού δεν φαίνεται να υπάρχουν προϋποθέσεις για την συγκέντρωση 200 βουλευτών που θα τον αλλάξουν στην επόμενη Βουλή, ακόμα και αν η Νέα Δημοκρατία έχει άνετη πλειοψηφία ή αυτοδυναμία.

Μια πρώτη συνέπεια της απλής αναλογικής με διατήρηση του ορίου εισόδου στη Βουλή στο ισχύον (και μάλλον ήπιο) 3%, είναι ότι το εκλογικό ποσοστό σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης πλησιάζει πλέον το 50%, αν δεν το ξεπερνάει, αναλόγως αποτελεσμάτων. Αυτό προκύπτει εύκολα λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι, για σταθερή κυβέρνηση 4ετίας, απαιτούνται περίπου 155 βουλευτές – και αυτό σε κυβερνήσεις 1-2 κομμάτων, όχι 3 ή παραπάνω, όπου οι διαφωνίες και οι συναλλαγές θα είναι, αναπόφευκτα, πολύ περισσότερες. Για παράδειγμα, αν ο νέος εκλογικός νόμος ίσχυε στις 20 Σεπτεμβρίου 2015, για 155 έδρες θα απαιτείτο συνεργασία κομμάτων με συνολικό ποσοστό άνω του 48%, δηλαδή 9% πιο πολύ από το 39,15% που συγκέντρωσε η σημερινή κυβέρνηση, η οποία επίσης εξέλεξε 155 βουλευτές τότε (145 ο ΣΥΡΙΖΑ και 10 οι ΑΝΕΛ).

Στην καλά τεκμηριωμένη χθεσινή ομιλία του στη Βουλή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε μερικούς από τους συνήθεις μύθους περί απλής αναλογικής, τους οποίους καλλιεργεί εντέχνως (και αποτελεσματικά) ο εκλογικός οπορτουνισμός τής κυβέρνησης (και, γενικότερα, η Αριστερά επί δεκαετίες):

  1. Το διαβόητο μπόνους των 50 εδρών, στην πραγματικότητα ήταν 25-35 έδρες, δηλαδή περίπου το 10% των συνολικά 300 εδρών του Κοινοβουλίου. Τις άλλες 15-25 έδρες θα τις έπαιρνε ούτως ή άλλως το πρώτο κόμμα, έστω και με απλή αναλογική (π.χ., αν το πρώτο κόμμα είχε 30%, θα λάμβανε τουλάχιστον 30% x 50 = 15 έδρες και πιθανώς περισσότερες, λόγω των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής).
  2. Η απλή αναλογική έχει ήδη δοκιμαστεί και αποτύχει στην Ελλάδα, τον προηγούμενο αιώνα, οδηγώντας πάντα στον σχηματισμό βραχύβιων κυβερνήσεων. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένως τις δεκαετίες 1920 και 1930, δίνοντας κυβερνήσεις μέσου όρου ζωής κάτω των 6 μηνών, ξαναεφαρμόστηκε το 1946 για να αλλάξουν 10 κυβερνήσεις ως το 1950, ενώ ίσχυσε και πάλι το 1950, με αποτέλεσμα μέσα σε 1 χρόνο να μεταβληθεί 3 φορές η σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού και τελικά να προκηρυχθούν νέες εκλογές το 1951.
  3. Με απλή αναλογική, θα χρειάζονται πάνω από 3 κόμματα για αυτοδυναμία, δηλαδή για σχηματισμό κυβέρνησης. Αυτό καθίσταται προφανές επανυπολογίζοντας κατά προσέγγιση τη σύνθεση της παρούσας Βουλής με τον νέο εκλογικό νόμο: ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε 114 έδρες (αντί για τις 145 που έχει σήμερα εκμταλλευθείς το καταργηθέν μπόνους), η ΝΔ 90 (αντί για 75), το ΠΑΣΟΚ (η Δημοκρατική Συμπαράταξη) 20 (αντί για 17), Το Ποτάμι 13 (αντί για 11), οι ΑΝΕΛ 12 (αντί για 10) και η Ένωση Κεντρώων 11 (αντί για 9). Δεδομένου ότι Χρυσή Αυγή και ΚΚΕ παγίως αρνούνται τη συμμετοχή σε κυβερνητικά σχήματα, οι ανωτέρω αριθμοί αποκαλύπτουν ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης θα απαιτούσε είτε 4-5 εταίρους, ή σύμπραξη του πρώτου με το δεύτερο κόμμα.

Τα συμπεράσματα αυτά από την μελέτη των εκλογικών ποσοστών, δεν ισχύουν μόνο για την παρούσα σύσταση του Κοινοβουλίου, αλλά για όλες τις εκλογές, ακόμα και αυτές προ του 2010, όπως δείχνουν οι συγκριτικοί πίνακες αποτελεσμάτων για την κλιμακωτή αναλογική. Δεδομένου ότι στην ελληνική Βουλή αντιπροσωπεύεται σταθερά διψήφιο ποσοστό αντικοινοβουλευτικών, αντισυστημικών ή αντιδραστικών κομμάτων (όπως το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή) που εκ πεποιθήσεως δεν συμμετέχουν σε κυβερνητικό συνασπισμό, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ο νικητής θα έχει το δίλημμα συνεργασίας με τον δεύτερο (αναδεικνύοντας σε Αξιωματική Αντιπολίτευση το τρίτο κόμμα, με πιθανούς κινδύνους για το πολίτευμα), ή συναλλαγής με 2-3 μικρότερα κόμματα, παρέχοντας ανταλλάγματα από τη νομή τής εξουσίας.

Αυτή ακριβώς η προοπτική νομής τής εξουσίας, ενδεχομένως προοιωνίζεται περαιτέρω κατακερματισμό τού ελληνικού πολιτικού φάσματος. Με απλή αναλογική, τα μικρά κοινοβουλευτικά κόμματα αυξάνουν κατά πολύ το ειδικό βάρος τους, όντας πιθανοί κυβερνητικοί εταίροι, επομένως γίνεται πολύ πιο ελκυστικό για έναν πολιτικό ή πολίτη που διαθέτει ή μπορεί να αποκτήσει επαρκή αναγνωρισιμότητα και οικονομική επάρκεια, να ιδρύσει το δικό του κόμμα, διεκδικώντας με σοβαρές πιθανότητες τις περίπου 200.000 ψήφους που απαιτούνται από το όριο του 3% – ή και πολύ λιγότερες, αν το όριο αυτό μειωθεί στο μέλλον. Η πολυδιάσπαση των κομμάτων συνιστά άλλο ένα παράγοντα που μεσομακροπρόθεσμα θα ενισχύσει την πιθανότητα ακυβερνησίας, σε μια εποχή (και ένα γεωπολιτικό περιβάλλον) που η Ελλάδα δεν διαθέτει τέτοιες «πολυτέλειες». Όπως περίπου έχει πει και ο Όμηρος 3 χιλιετίες πριν (Ιλιάδα, Β 204), δεν είναι καλή η πολυαρχία: οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη…

Δυστυχώς, η κυριαρχία των αριστερών ιδεοληψιών της Μεταπολίτευσης συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ελληνική κοινωνία, σε σημείο που να αγνοείται προκλητικά όχι μόνο η απλή λογική, αλλά και η ίδια η ιστορία, η οποία ομοφωνεί ως προς τις καταστροφικές συνέπειες του σχηματισμού ετερόκλητων κυβερνητικών σχημάτων, σαν αυτά που αναμένεται να επιβάλει ο νέος εκλογικός νόμος. Τόσο πριν τη Μεταπολίτευση (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως), όσο και κατά τη διάρκειά της, υπήρξαν αρκούντως «αναλογικά» εκλογικά συστήματα ή πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν με το ζόρι στον σχηματισμό πολυκομματικών κυβερνήσεων, στις οποίες όλοι οι εταίροι επιδόθηκαν σε… αναλογική κατανομή των κρατικών θέσεων.

Η κυβέρνηση ΝΔ-Συνασπισμού (δηλαδή, ΝΔ-ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ) υπό τον εξαίρετο Τζαννή Τζαννετάκη το 1989, η «οικουμενική» κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού τού Ξενοφώντα Ζολώτα το 1989-1990, η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ–ΛΑΟΣ του Λουκά Παπαδήμου το 2011-2012, η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ το 2012-2013 και η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ το 2013-2015, αμφότερες με Πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά, αλλά και η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ του Αλέξη Τσίπρα από τον Ιανουάριο του 2015, ακολουθούν σταθερά την πεπατημένη τής κομματικής συναλλαγής, η οποία δεν είναι καθόλου τυχαία: αντιθέτως, εδράζεται σε βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες της ελληνικής κοινωνίας, συνεπώς είναι αφελές να αναμένει κανείς ότι θα εγκαταλειφθεί λόγω της απλής αναλογικής. Σε συνδυασμό με την… πατροπαράδοτη τάση μας ως λαός να διακρινόμαστε αρχαιόθεν για την αρχομανία και τη διχόνοια στον δημόσιο βίο, μόνο αισιοδοξία δεν γεννά η χθεσινή απόφαση της Βουλής.

Σαν να μην ισχύουν όλα αυτά, μεγάλη μερίδα πολιτών, παγιδευμένη στις αβάσιμες ανοησίες περί… δικαιοσύνης και ισοτιμίας της ψήφου, αγνοεί ή απορρίπτει πεισμόνως το ενδεχόμενο να υπάρχουν εκλογικά συστήματα πολύ δικαιότερα και αποτελεσματικότερα από την απλή αναλογική, τα οποία ταιριάζουν στην ελληνική πραγματικότητα και επιτρέπουν τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων, χωρίς να πλήττουν την αναλογική αντιπροσώπευση του λαού στο εθνικό Κοινοβούλιο. Ένα τέτοιο σύστημα είναι η κλιμακωτή αναλογική και σίγουρα μπορεί να προσεγγιστεί το ιδανικό για τις ανάγκες μας, εάν τα κόμματα συναινέσουν στην αναζήτησή του και παγιώσουν την εφαρμογή του μέσω του Συντάγματος, αντί να το χρησιμοποιούν στα μικροπολιτικά τους παιχνίδια.

Αξίζει πάντως να τονιστεί ότι η αυξημένη πλειοψηφία των μέχρι 180 ψήφων που έλαβε πριν από μερικές ώρες στη Βουλή ο νέος εκλογικός νόμος, αποτελεί ακριβή απεικόνιση των επιθυμιών και των προτεραιοτήτων όχι μόνο του πολιτικού κόσμου, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, μπορεί να πει κανείς ότι στην ελληνική πολιτική συνεχίζει να κερδίζει η ανευθυνότητα – και μάλιστα με αυξημένη πλειοψηφία…