Ανατομία ενός πραξικοπήματος

Το πραξικόπημα (coup d’état) που επιχειρήθηκε στην γείτονα Τουρκία το βράδυ της Παρασκευής 15 Ιουλίου, θλιβερής επετείου του προ 32 ετών ελληνικού χουντικού πραξικοπήματος στην Κύπρο, όπως όλα δείχνουν έχει αποτύχει ήδη από το Σάββατο 16 Ιουλίου. Επειδή, μάλιστα, η αποτυχία του διεφάνη στις πρώτες 4-5 ώρες από την εκδήλωσή του, κυκλοφορούν ήδη θεωρίες συνωμοσίας, με την πιο «επίσημη» (και υποστηριγμένη δημοσίως από διάφορες σοβαρές πηγές) να θέλει τον ίδιο τον Ταγίπ Ερντογάν να είναι ο διοργανωτής ή ο υποκινητής τής όλης προσπάθειας, με σκοπό να εξέλθει νικητής και απόλυτος άρχων τής χώρας του. Τα γεγονότα όμως – πέρα από την παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα των εμπλεκόμενων μερών, ανεξάρτητα από την ασάφεια των επιμέρους περιστατικών, υπεράνω των διαφόρων στερεοτύπων – δεν δείχνουν κάτι τέτοιο.

Από οργανωτικής πλευράς, το πραξικόπημα υπήρξε επιχείρηση ευρείας κλίμακας, η οποία περιελάμβανε ευμεγέθη τμήματα προσωπικού, εμπλέκοντας τους περισσότερους κλάδους των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας. Υποκινήθηκε από πολύ υψηλά ιστάμενους αξιωματικούς. Ενέπλεξε πολλές μεγάλες μονάδες, σε όλην την Τουρκία. Είχε στην διάθεσή του χιλιάδες στρατιώτες (συμπεριλαμβανομένων επίλεκτων ομάδων καταδρομέων), άρματα μάχης, επιθετικά ελικόπτερα, πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη. Χτύπησε πολλαπλούς στόχους – από απλούς πολίτες, μέχρι κυβερνητικά κτήρια μεγάλης αξίας και υψηλού συμβολισμού, συμπεριλαμβανομένου του Κοινοβουλίου. Κινητοποίησε αρκετές δυνάμεις, ώστε ακόμα και σήμερα να συνεχίζονται οι αψιμαχίες σε διάφορα σημεία της Τουρκίας – σε αρκετό βαθμό ώστε να αγνοούνται (!) ακόμα πολεμικά ελικόπτερα και αεροσκάφη, αλλά και να τεθούν σε αστυνομικό κλοιό ολόκληρες στρατιωτικές βάσεις, μεταξύ των οποίων και η ΝΑΤΟϊκή βάση του Incirlik.

Όλα αυτά δείχνουν προετοιμασία, συντονισμό, ευρεία κλίμακα και κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο (όχι κατ’ ανάγκην κεμαλικό – αντιθέτως, ίσως και ισλαμικό), ο συνδυασμός των οποίων αδυνατίζει κατά πολύ το σενάριο της συνωμοσίας, ειδικά από πλευράς Ερντογάν. Όπως φάνηκε από τις πρώτες αντιδράσεις του, ο Τούρκος Πρόεδρος εμφανώς αιφνιδιάστηκε, αναγκαζόμενος για μερικές ώρες να κρύβεται, επαιτώντας υποστήριξη μέσω FaceTime και SMS σε ξένους δημοσιογράφους, χωρίς καν να βρίσκει αεροδρόμιο να προσγειωθεί – εάν ευσταθούν όσα έχουν μεταδοθεί από τα διεθνή ΜΜΕ περί αποτυχημένων αιτημάτων ασύλου που απηύθυνε στην Γερμανία, την Ιταλία και πιθανώς άλλες χώρες.

Τα λάθη των πραγματικών συνωμοτών (δηλαδή, των πραξικοπηματιών) ήσαν όντως μεγάλα και πολύ γρήγορα επέφεραν την αποτυχία της προσπάθειάς τους. Ο εκ των ων ουκ άνευ έλεγχος των ΜΜΕ περιορίστηκε αφελώς στην πλατφόρμα του κρατικού TRT, αγνοήθηκαν τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, έμεινε «ανοιχτό» το Internet και ουδείς περιορισμός υπήρξε στο δίκτυο σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας. Επιπλέον, δεν συνελήφθησαν (έστω και για συμβολικούς λόγους) οι πολιτικές προσωπικότητες της χώρας, αρχής γενομένης από τον ίδιο τον Ερντογάν, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι από αυτούς σχεδόν εξ αρχής να επιδοθούν σε δημόσιες δηλώσεις καταδίκης του πραξικοπήματος. Τέλος, αφέθηκε να εξελιχθεί η κινητοποίηση μεγάλου αριθμού πολιτών – φανατικών οπαδών τού Τούρκου Προέδρου, ενδεχομένως λόγω και της απροθυμίας των απλών στρατιωτών να χρησιμοποιήσουν βία για να τους σταματήσουν.

Τα μεγάλα σφάλματα των πραξικοπηματιών, έδωσαν πολύ γρήγορα την εντύπωση ότι το πραξικόπημα δεν κερδίζει. Η εντύπωση αυτή, με τη σειρά της, οδήγησε σταδιακά τους ηγέτες των μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών και τους επικεφαλής των πολιτικών κομμάτων, να λάβουν θέση υπέρ του status quo, το οποίο δεν φαινόταν να ανατρέπεται. Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό, όπου για παράδειγμα ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι, από την αρχικά ουδέτερη δήλωση τύπου «βλέποντας και κάνοντας», πέρασε γρήγορα σε ρητή υποστήριξη του Ερντογάν. Όπως ήταν αναμενόμενο, το ίδιο αίσθημα δημιουργήθηκε και στον τουρκικό λαό, αλλά και στις «ουδέτερες» στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας. Από τη στιγμή εκείνη, το πραξικόπημα ήταν ήδη καταδικασμένο, ακόμα και αν υπήρξε έξωθεν υποκινούμενο (π.χ. από τις ΗΠΑ, πράγμα διόλου απίθανο, αλλά εν προκειμένω παρεμπίπτον).

Σημαντικό ρόλο, βέβαια, στην αποτυχία του πραξικοπήματος, έπαιξαν και οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις του Ερντογάν στο εσωτερικό και το εξωτερικό, μέσω των οποίων εξασφάλισε την υποστήριξη που χρειαζόταν για να διατηρήσει την εξουσία. Ίσως υποχρεώθηκε να υποσχεθεί σοβαρά ανταλλάγματα (π.χ. στους Αμερικανούς, για ανοχή στη δημιουργία κουρδικού κράτους εκτός τουρκικών συνόρων, ή για τον τρόπο χειρισμού της συριακής κρίσης), αλλά αυτό μένει να επαληθευτεί στο προσεχές μέλλον. Σίγουρα, πάντως, δεν έμεινε αδρανής και κατόρθωσε να κινητοποιήσει τους πολυπληθείς οπαδούς του, συμβάλοντας σημαντικά στην εξέλιξη των πραγμάτων.

Μολονότι είναι νωρίς για πλήρη αξιολόγηση του τι ακριβώς συνέβη στην Τουρκία την περασμένη Παρασκευή, φαίνεται ότι το πραξικόπημα εκδηλώθηκε βιαστικά, όσο ακόμα υπήρχε η δυνατότητα. Το συμπέρασμα αυτό τεκμαίρεται όχι μόνο από τις ελλείψεις στην οργάνωση και την εκτέλεσή του, αλλά και από τα γεγονότα των προηγούμενων μηνών, κατά τους οποίους ο Ερντογάν προέβη σε ευρείες πολιτικές και στρατιωτικές εκκαθαρίσεις (με θύμα ακόμα και τον μακροχρόνιο συνεργάτη του Αχμέτ Νταβούτογλου), ενώ ως το Φθινόπωρο αναμενόταν να αποστρατευτεί μεγάλος επιπλέον αριθμός «αντιφρονούντων», πιθανώς εξουδετερώνοντας την όποια δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης υπήρχε. Η απόλυση 2.745 (!) δικαστικών και 7.850 (!!!) αστυνομικών μέσα σε λίγες ώρες (μάλλον προπομπός πολλών άλλων διώξεων), μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, επιβεβαιώνει ότι από καιρό εξελισσόταν προμελετημένο σχέδιο εκκαθαρίσεων των δυνητικών αντιπάλων του Τούρκου Προέδρου, την ολοκλήρωση του οποίου έσπευσαν πιθανόν να προλάβουν οι πραξικοπηματίες – μάλλον βιαστικά, όπως αποδεικνύεται από τα σοβαρά σφάλματα στα οποία υπέπεσαν.

Η «επόμενη μέρα» μοιάζει να ενισχύει τον αυταρχισμό του Ταγίπ Ερντογάν, ανοίγοντάς του τον δρόμο για να εξελιχθεί σε δημοκρατικώς εκλεγμένο τύραννο τής Τουρκίας. Δείχνει επίσης ότι θα υπάρξει περαιτέρω εξασθένηση του ρόλου του στρατού, καθώς και βαθύτερος διχασμός του τουρκικού πληθυσμού. Οι συνέπειες, όμως, των γεγονότων των προηγούμενων ημερών, είναι πολυσχιδείς και πολύπλοκες, καθιστώντας αναξιόπιστη κάθε μακροπρόθεσμη εκτίμηση.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τούρκος Πρόεδρος κάθε άλλο παρά θριαμβευτής πρέπει να αισθάνεται. Διότι, ακόμα και αν δεν έχει υποσχεθεί σημαντικά ανταλλάγματα ή ακόμα και αν μπορέσει να «παρακάμψει» τις όποιες υποσχέσεις του, μαθήματα από την αποτυχία του πραξικοπήματος θα λάβουν σίγουρα και οι αντίπαλοί του. Στην επόμενη λοιπόν προσπάθεια εκδίωξής του, η οποία μάλλον δεν θα αργήσει, ενδεχομένως οι τότε συνωμότες να μην μπουν στον κόπο να οργανώσουν πραξικόπημα, διαλέγοντας την «ευκολότερη» λύση στόχος να γίνει εξ αρχής ο ίδιος – ή, έστω, να εξδηλωθεί κάποια «ανοιξιάτικη» ή «χρωματιστή» επανάσταση…