Πρόσφυγες και «πρόσφυγες»

Συνεπεία, κυρίως, της απερίσκεπτης πολιτικής που υιοθέτησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από τον περυσινό Φεβρουάριο, το 2015 η Ελλάδα βίωσε την μεγαλύτερη μεταναστευτική κρίση στην σύγχρονη ιστορία της, με 911.471 αφίξεις (και ποιος ξέρει πόσες ακόμα μη καταγεγραμμένες), ανθρώπων απελπισμένων από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία. Στις αντιδράσεις οι οποίες ευλόγως εγέρθησαν, μόνιμη επωδός της κυβερνητικής πλευράς υπήρξε η ρητορική περί… προσφύγων και περί δήθεν ανυπέρβλητων διεθνών υποχρεώσεων της χώρας. Κάθε νύξη στο πρόβλημα το χαρακτήριζε «προσφυγικό», όλοι οι μετανάστες μετατρέπονταν σε «πρόσφυγες» και εν τέλει, μυστηριωδώς (κατ’ άλλους τεχνηέντως) ο αριθμός των «προσφύγων» αυτών κυμαίνετο (και παραμένει) σταθερά λίγο πάνω από τις 50.000 που ο Αλέξης Τσίπρας επαίρετο ότι δήθεν απέρριψε ή απέτρεψε.

Ένα άλλο στοιχείο που χαράχτηκε πέρυσι στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας ήταν η θεωρητική και πρακτική αδυναμία προάσπισης των θαλασσίων συνόρων τής χώρας, η ασφάλεια των οποίων τελικά εκχωρήθηκε άνευ όρων στο ΝΑΤΟ, για να αποδειχθεί αργότερα ότι, ούτε πραγματικοί πρόσφυγες ήσαν όλοι όσοι συνέρρεαν πανταχόθεν στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ούτε σε κάποιον πόλεμο (της Συρίας ή άλλον) οφείλετο ο τεράστιος αριθμός τους, ούτε βέβαια στις όποιες δηλώσεις είχε κάνει το καλοκαίρι του 2015 η Γερμανίδα Καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ μπορούσαν να αποδοθούν. Απλώς, όπως και οι ίδιοι δήλωσαν σε σχετική έρευνα, οι «επισκέπτες» προτιμούσαν την Ελλάδα γιατί το πέρασμα στην Ευρώπη είχε γίνει εύκολο – από την χαλαρή μεταναστευτική πολιτική. Μια πολιτική που, όντας προϊόν των ιδεοληψιών της Αριστεράς και των συμμάχων της, ενεδύθηκε εξ αρχής τον μανδύα του ανθρωπισμού και του δήθεν σεβασμού της διεθνούς νομιμότητας, ενώ στην πραγματικότητα έχει αλλότριες και πιθανώς αντεθνικές επιδιώξεις.

Φαίνεται, όμως, ότι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ώστε να καταπέσει και το τελευταίο φύλο συκής που αποκρύπτει την γύμνια αυτού του περίεργου «ανθρωπισμού» (δηλαδή, της υποκρισίας) της κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο δείχνουν οι εσπευσμένοι χειρισμοί της στο ζήτημα των Τούρκων στρατιωτικών, οι οποίοι αυτομόλησαν χθες με ελικόπτερο Sikorsky UH-60 Black Hawk στην Ελλάδα και έχουν ήδη ζητήσει πολιτικό άσυλο. Βεβαίως, τα όσα έχουν διαδραμαστιστεί στη γείτονα χώρα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου – και ειδικά η (πολύ υπεράνω των αυτονόητων νομικών συνεπειών) συμπεριφορά προς τους ηττημένους, καταδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για τους συγκεκριμένους Τούρκους πολίτες. Αλλά η κυβέρνηση δείχνει να λησμονεί εντελώς τον (δήθεν) ανθρωπισμό που (δήθεν) επέδειξε στις εκατοντάδες χιλιάδες περιπτώσεις παράνομων μεταναστών που εισέβαλαν στη χώρα εντός του 2015. Γιατί άραγε; Υπάρχουν κάποιοι «πρόσφυγες» που είναι πιο… ίσοι από τους πρόσφυγες; Πού είναι η… αριστερή… ευαισθησία;

Προφανώς, η πίεση από το γνωστό για την αλαζονεία του τουρκικό καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν, εν προκειμένω είναι ήδη υψηλή και θα χειροτερέψει – καταντώντας, ίσως, αφόρητη. Σε μια πολύ δύσκολη διπλωματική εξίσωση, το μέγιστο που μπορεί να περιμένει η Ελλάδα, είναι να ελαχιστοποιήσει την ζημία που θα υποστεί εξ αιτίας της ιδιάζουσας αυτής περίπτωσης ασύλου. Η κυβέρνηση πρέπει να δράσει ταχύτατα και, εντός ολίγων ημερών, είτε να «οχυρώσει» την χώρα πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, ή να απελάσει (τηρώντας όσο γίνεται τα νομικά προσχήματα) τους δυστυχείς που προσέφυγαν ικέτες στην βοήθειά της. Γιατί, όσο δεν το κάνει, η επίσημη Τουρκία θα χρησιμοποιεί την υπόθεση ως μέσο πολλαπλής πίεσης, ενώ ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος να καταφύγουν προσεχώς στην πατρίδα μας πολύ περισσότεροι κυνηγημένοι Τούρκοι αντικαθεστωτικοί – και τότε η κατάσταση μπορεί να οδηγηθεί ακόμα και σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση.

Από αυτήν την (δυσάρεστη, αλλά δυστυχώς ρεαλιστική) άποψη, κάθε εσωτερική ή διεθνής πρωτοβουλία τής κυβέρνησης, ικανή να οδηγήσει στην άμεση και οριστική επίλυση του προβλήματος, πρέπει να γίνει αποδεκτή με κατανόηση και να υποστηριχθεί ανεπιφύλακτα από τις υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, χωρίς λαϊκισμούς. Περιθώρια για νέα περίπτωση Οτσαλάν δεν υπάρχουν σε καμμία περίπτωση, με δεδομένη την αδύναμη οικονομική και γεωπολιτική συγκυρία που διανύει σήμερα η χώρα.

Όμως, η περίπτωση των κατά τα φαινόμενα πραγματικών αυτών προσφύγων, των αυτομολησάντων Τούρκων στρατιωτικών, και η πιθανή αντικειμενική αδυναμία μας να τους φιλοξενήσουμε ως κράτος, πρέπει να μας διδάξει κάτι ως κοινωνία. Πρώτα από όλα, ότι, όπως συμβαίνει με κάθε άλλη χώρα, δεν έχουμε τη δυνατότητα να χαρακτηρίζουμε κάθε μετανάστη ως πρόσφυγα, ούτε καν να υποδεχτούμε όλους όσοι είναι πραγματικοί πρόσφυγες – δηλαδή, πιθανώς εκατομμύρια συνανθρώπους μας από όλον τον κόσμο. Δεύτερον, ότι η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος είναι αναγκαστικά ατελής και οπωσδήποτε περιέχει κάποιας μορφής περιοριστική πολιτική. Τρίτον, ότι τα μεγάλα λόγια των πολιτικών, συχνά γελοιοποιούνται από την πραγματικότητα, η οποία ενίοτε δεν ορρωδεί ούτε προ του ανθρωπισμού – αντικειμενικού ή υποκριτικού.

Αλλά, πιθανότατα, η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της θα συνεχίσουν να σφυρίζουν αδιάφορα, ενώπιον μιας ακόμα παταγώδους διάψευσης των ιδεολογικών και πολιτικών τους επιχειρημάτων. Ή θα σπεύσουν να μας θυμίσουν πόσο… άδικο έχουν οι αυτομολήσαντες Τούρκοι στρατιωτικοί, επειδή εξεγέρθησαν κατά της «δημοκρατίας» τού Ερντογάν, λες και το 1.000.000 μεταναστών που υποδεχθήκαμε πέρυσι ήσαν όλοι αμέμπτου ηθικής (των Σύρων λιποτακτών ή ανταρτών συμπεριλαμβανομένων). Τέλος πάντων, όλο και κάποια δικαιολογία θα επικαλεστεί η πλευρά της κυβέρνησης, πιθανόν χωρίς αιδώ ή επαφή με την πραγματικότητα. Δεν θα είναι η πρώτη φορά…