Μαθήματα από ένα δημοψήφισμα

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 έχει ήδη περάσει στην ιστορία ως κλασικό παράδειγμα περίπτωσης στην οποία μια κυβέρνηση αγνοεί την εκπεφρασμένη βούληση του λαού της: το 61,31% που ψήφισε υπέρ του «ΟΧΙ» (με συμμετοχή 62,50%), είχε τελείως διαφορετικές προσδοκίες από την πολιτική που ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας αμέσως μετά και η οποία ήταν πολύ χειρότερη από το «ΝΑΙ» που του είχε υποδείξει το υπόλοιπο 31,89% των ψηφοφόρων. Παρά τη συμπλήρωση ενός χρόνου, όμως, ως κοινωνία και ως χώρα συνεχίζουμε να μην λαμβάνουμε υπ’ όψιν τα διδάγματα εκείνου του δημοψηφίσματος.

Το πρώτο μάθημα που θα έπρεπε να είχαν πάρει τουλάχιστον οι υποστηρικτές τού «ΟΧΙ», είναι ότι η δημοκρατική νομιμότητα δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Όλοι αυτοί που, ελέω Μνημονίων, απέδιδαν προσβολή της εθνικής κυριαρχίας, αυταρχικότητα, παραβίαση του Συντάγματος, έως και… προδοτικές συμπεριφορές στις κυβερνήσεις της περιόδου 2010-2014, θα έπρεπε να αντιδράσουν στον τρόπο προκήρυξης και διοργάνωσης του δημοψηφίσματος του 2015: ανακοινώθηκε με διάγγελμα του Α. Τσίπρα την νύχτα της Παρασκευής 26 Ιουνίου 2015 και διεξήχθη την Κυριακή 5 Ιουλίου, δηλαδή σε λιγότερο από 10 ημέρες (ουσιαστικά, σε 1 εβδομάδα), διάστημα που πρέπει να αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ για δημοκρατική χώρα. Επιπλέον, η προς ψήφιση πρόταση είχε δημοσίως αποσυρθεί από τους Ευρωπαίους εμπνευστές της πριν καν γίνει το διάγγελμα, τα ψηφοδέλτια ήσαν εν μέρει γραμμένα στα αγγλικά (!) και με η σειρά των απαντήσεων «ανάποδη» (ΟΧΙ – ΝΑΙ, αντί του αλφαβητικώς ορθού ΝΑΙ – ΟΧΙ). Δεν είναι τυχαίος, λοιπόν, ο χαρακτηρισμός «παρωδία» που έχει συλλήβδην αποδοθεί στο συγκεκριμένο δημοψήφισμα.

Ένα δεύτερο μάθημα που προέκυψε, ήταν το ότι η ψήφος αφορά σε ό,τι αναγράφεται στο ψηφοδέλτιο και όχι στις ελπίδες που της αποδίδουν οι ψηφοφόροι. Η κυβερνητική προπαγάνδα υπέρ του «ΟΧΙ» και η αντιμνημονιακή παραφιλολογία που είχε προηγηθεί επί μια πενταετία, οδήγησαν εκατομμύρια πολίτες να πιστέψουν ότι, απορρίπτοντας την (ήδη αποσυρθείσα) πρόταση των δανειστών, με κάποιον μαγικό τρόπο απαλλάσσονται από τη λιτότητα. Στην πράξη, όμως, το «ΟΧΙ» απευθυνόταν στην πρόταση των δανειστών και έτσι, τυπικά μιλώντας, η κυβέρνηση μπορεί να ισχυριστεί πως δεν το μετέτρεψε σε «ΝΑΙ» – απλώς αναζήτησε άλλη πρόταση (που βέβαια αποδείχθηκε πολύ χειρότερη της απορριφθείσας). Αλλιώς, θα προέκυπτε σοβαρό ζήτημα νομιμότητας, δεδομένου ότι το Σύνταγμα (Άρθρο 15, Παράγραφος 3) θεωρεί δεσμευτικό το αποτέλεσμα εάν η συμμετοχή φτάσει τουλάχιστον το 40% (όπερ και εγένετο, με 62,50%).

Τρίτο μάθημα ήταν το ότι η κοινή γνώμη είναι ευάλωτη στον λαϊκισμό και τους δημαγωγούς, ενίοτε σε καταστροφικό επίπεδο. Όσο και να κατηγορηθεί για ανεπάρκεια η αντιπολίτευση, τα κόμματα της οποίας θα μπορούσαν να προτείνουν στους ψηφοφόρους τους αποχή ώστε το αποτέλεσμα να μην είναι υπολογίσιμο, ουσιαστικά το 61,31% του «ΟΧΙ» προέκυψε από τη στυγνή εκμετάλλευση του συναισθηματισμού και της άγνοιας του μέσου Έλληνα, απέναντι στους κινδύνους ολικής κατάρρευσης του κράτους – η οποία βρισκόταν προ των θυρών, μετά το καταστροφικό εξάμηνο της δήθεν «υπερήφανης» διαπραγμάτευσης με τους ξένους δανειστές. Αποτέλεσμα της ακατάσχετης δημαγωγίας ήταν και ο φανατισμός που καλλιεργήθηκε, ειδικά στην πλευρά του «ΟΧΙ», βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο τον διχασμό πυο σοβεί στην ελληνική κοινωνία μετά το 2010.

Επόμενο μάθημα: η ψήφος έχει συνέπειες! Παλαιότερα αυτό μπορεί να μην ήταν φανερό στην πατρίδα μας, λόγω του παρατεταμένου δανεισμού και των ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά μετά την έλευση της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 2008, τα περιθώρια στένεψαν ασφυκτικά. Πιθανότερη συνέπεια της άρνησης συμφωνίας με την ΕΕ και το ΔΝΤ θα ήταν το Grexit, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την κοινωνική συνοχή και την ίδια την ασφάλεια της χώρας. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι πια θεωρητικό, ειδικά από τον Ιανουάριο του 2016, όταν αποκαλύφθηκε το Plan X του Γ. Βαρουφάκη, η ύπαρξη του οποίου επιβεβαιώνεται και από το νέο βιβλίο του φιλοκυβερνητικού οικονομολόγου James Kenneth Galbraith.

Ακόμα ένα μάθημα ήταν ότι η αυταπάτη περί της δήθεν ισχυρής διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας αποκαλύφθηκε. Θα έπρεπε να είχε διαλυθεί κιόλας, αλλά αυτό παραμένει αμφίβολο, αφού δεν κατέστη δυνατόν να συμβεί παρά τις αλλεπάλληλες διαπραγματευτικές ήττες που έχει υποστεί η χώρα από το 2010. Ο ίδιος ο Α. Τσίπρας έχει αναφερθεί στις συνέπειες μιας αποχώρησης από το Ευρώ, ως κύριο λόγο της εν τοις πράγμασι αλλαγής στάσης του μετά το δημοψήφισμα. Ο πανικός που έχει προκληθεί στη Βρετανία μετά την υπερψήφιση του Brexit στις 23 Ιουνίου, ενώ οι διεθνείς αγορές ήδη σταθεροποιούνται και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει σε γρήγορο «διαζύγιο», υποδεικνύει ότι πιθανόν η πατρίδα μας να μην είχε ποτέ ισχυρή θέση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Διότι, αν μια πυρηνική δύναμη με 65 εκ. κατοίκους και 2.500 δις Ευρώ ΑΕΠ δεν μπορεί να ανησυχήσει αρκετά τη διεθνή κοινότητα αποχωρώντας από την Ε.Ε., θα μπορέσει να το καταφέρει μια μικρή χώρα, με λιγότερα από 11 εκ. κατοίκους και 180 δις Ευρώ ΑΕΠ, σε μια γεωπολιτικώς (και ιστορικώς) ασταθή περιοχή, αποχωρώντας από την Ευρωζώνη;

Ίσως, όμως, ισχυρότερο από όλα τα μαθήματα να είναι ότι τα προβλήματα μιας χώρας δεν λύνονται μόνο με ψηφοφορίες. Εν πρώτοις, δεν αρκεί η έκφραση της επιθυμίας των πολιτών για να βρεθούν λύσεις – χρειάζεται και δράση προς τη σωστή κατεύθυνση, χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς του λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Ακόμα και τότε όμως, οι λύσεις δεν είναι καθόλου εύκολες, όπως έμαθαν (λαμβάνοντας πιθανώς τις κατάλληλες εξωθεσμικές «παραινέσεις») ο Αλέξης Τσίπρας πριν από 1 χρόνο και οι Boris Johnson, Nigel Farage πριν από μερικές ημέρες…