Ελληνικό και αναρρυμοτόμηση

Η υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας (Memorandum of Understanding, MoU) μεταξύ του Δημοσίου (εκπροσωπούμενου από το ΤΑΙΠΕΔ) και διεθνούς κοινοπραξίας υπό την ηγεσία της εταιρείας Lamda Development του ομίλου Λάτση, κλείνει μια μακρά περίοδο απαξίωσης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, το οποίο παραμένει εκτός λειτουργίας την τελευταία 15ετία – από το 2001 (!).

Αναμενόμενα, οι σχετικές ανακοινώσεις έχουν προκαλέσει έντονες αντεγκλήσεις στη δημόσια σφαίρα και καταγίδα ειρωνικών σχολίων για το δίδυμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το οποίο κέρδισε την εξουσία έχοντας την αντίθεση προς το «ξεπούλημα» του Ελληνικού στην κορυφή των προεκλογικών του εξαγγελιών. Η ανακοίνωση της εταιρείας, η οποία αναφέρεται καθαρά σε «επικαιροποίηση» της συμφωνίας που η ίδια είχε υπογράψει στις 14/11/2014 με την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, ενίσχυσε το κύμα λοιδωρίας, παρά τις… φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ της συμπολίτευσης (όπως π.χ. της εφημερίδας «Αυγή») να παρουσιάσουν την συμφωνία ως κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που μέχρι πρόσφατα κατήγγελαν, ενώ ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια σύμβαση, με μερικές μικρές βελτιώσεις. (Η πραγματική ευκαιρία βέβαια χάθηκε την προηγούμενη δεκαετία, όταν το έργο μπορούσε να επιτύχει πολλαπλάσιο τίμημα, αλλά τέτοιου είδους καθυστερήσεις είναι σύνηθες φαινόμενο στην πατρίδα μας – διαχρονικά…)

Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι μια ακόμα διαμάχη κυβέρνησης – αντιπολίτευσης, ούτε η γελοιοποίηση του λαϊκισμού περί… ξεπουλήματος για άλλη μια φορά. Πολύ περισσότερο μετράει το αν η συμφωνία είναι όσο ωφέλιμη για την Αθήνα και, κατ’ επέκταση, για την ελληνική οικονομία, όσο ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της και όπως δείχνει. Τα 915 εκ. Ευρώ του τιμήματος δεν πρόκειται βέβαια να κάνουν καμμία διαφορά στα δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά οι 70.000 εργασίας που (υπολογίζεται ότι) θα δημιουργηθούν μεσομακροπρόθεσμα, ισοδυναμούν με μείωση της ανεργίας κατά τουλάχιστον 1,2% – από ένα μόνο έργο! Δεδομένου ότι το ποσοστό της ανεργίας ανέρχεται επισήμως σε 24,2% περίπου, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς την συμβολή που θα μπορούσαν να έχουν μερικά ακόμα μεγάλα έργα, με κλάσμα μόνο του μεγέθους του Ελληνικού.

Μεγάλα είναι και τα πλεονεκτήματα στον περιβαλλοντικό τομέα, με περίπου 2.900 στρέμματα γης (2,9 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα) να μετατρέπονται σε πράσινο – τα 2.000 σε ένα γιγαντιαίο πάρκο, τα 600 σε όμορους κοινόχρηστους χώρους και άλλα 300 σε διάφορα μέρη τής πρωτεύουσας, δια μεταφοράς χρήσεως. Στο σημείο αυτό, όμως, ίσως κρύβεται και μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Αθήνα: η αναρρυμοτόμηση, μοναδική ελπίδα για ένα ανθρώπινο μέλλον στα μεγάλα αστικά συγκροτήματα της Ελλάδας, τα οποία υποφέρουν από την άναρχη δόμηση τόσων δεκαετιών.

Τι θα μπορούσε να γίνει; Αν τα 300 στρέμματα αυξάνονταν π.χ. σε 500 ή 1.000 και σταδιακά δεσμεύονταν χώροι σε όλο το λεκανοπέδιο (με κάποιου είδους «αντιπαροχή» στους ιδιοκτήτες, σε ακίνητα εντός του Ελληνικού), στην θέση τους η Αθήνα θα μπορούσε σε 1-2 δεκαετίες να αποκτήσει δεκάδες μικρομεσαίους πνεύμονες πρασίνου των 40-50 στρεμμάτων, με προφανή οφέλη στην ποιότητα ζωής αλλά και την οικονομική δραστηριότητά της. Είναι μια πρόταση που έχει συζητηθεί ήδη επανειλημμένως, από ανώνυμους και επώνυμους (π.χ. ο Στέφανος Μάνος παρουσίασε αναλυτικό σχέδιο το 2007).

Βεβαίως, ακόμα και με τα 300 στρέμματα που προβλέπονται στην συμφωνία, μπορούν να γίνουν σημαντικές παρεμβάσεις, αν (και αυτό είναι μεγάλο «αν»), υπάρξει σωστός σχεδιασμός, αντί για τις συνηθισμένες προχειροδουλειές. Ανεξάρτητα όμως από το τι θα συμβεί τελικά με αυτή τη σχετικά μικρή έκταση, το μέλλον επιτάσσει την αναρρυμοτόμηση των μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας, με ορίζοντα μερικών δεκαετιών. Οι δημόσιες υπηρεσίες χωροταξίας, σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια της χώρας μπορούν να εντοπίσουν τις περιοχές και ο νομοθέτης να αναλάβει να τις δεσμεύσει, ουσιαστικά απαλλοτριώνοντάς τις με αντιπαροχή αντίστοιχης αξίας εκτάσεις σε διευρυμένο πολεοδομικό ιστό (αν χρειαστεί, με επέκταση των υπαρχόντων οικιστικών ορίων των πόλεων, των συγκοινωνιακών δικτύων και των άλλων απαραίτητων υποδομών). Τα ρυμοτομικά σχέδια μπορούν να καταρτιστούν με παρόμοιο τρόπο, ή με διεθνή διαγωνισμό, από τον οποίο θα προκύψει και ο τρόπος (αυτο)χρηματοδότησης των σχετικών έργων, η έκταση των οποίων θα είναι αρκετή για να τροφοδοτεί την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας για πολλά χρόνια.

Πρόκειται σίγουρα για υπερφιλόδοξο σχέδιο, ενδεχομένως μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα και αμφίβολο αν μπορεί καν να ξεκινήσει, πόσω μάλλον να ολοκληρωθεί στο χρονικό διάστημα που απαιτείται (μερικές δεκαετίες), σε μια χώρα που δεν φημίζεται για την διαχρονική συνέπεια των κυβερνώντων της. Όμως η κατάσταση στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα ανά την επικράτεια γίνεται όλο και πιο αφόρητη και τα τεράστια κουτιά από μπετόν που χρησιμεύουν ως πολυκατοικίες, γερνάνε ταχέως – άρα, θα φτάσει κάποτε η στιγμή που θα πρέπει να αντικατασταθούν. Γιατί να μην προσπαθήσουμε, ευκαιρίας δοθείσης, για κάτι καλύτερο;

Ίσως λοιπόν, πέραν των σημαντικών ωφελημάτων που προβλέπει η συμφωνία για το Ελληνικό, να υπάρχει ένα ακόμα σημαντικότερο δίδαγμα: ότι δηλαδή η Ελλάδα μπορεί – και πρέπει – να τολμήσει την αναρρυμοτόμηση των μεγάλων πόλεών της, μέσα σε αυτόν τον αιώνα…