Ελλάς-Ρωσία, συμμαχία;

Για άλλη μια φορά, η επίσκεψη του Προέδρου Πούτιν στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από τις γνωστές υπερβολές συναισθηματικού τύπου, στις οποίες αρέσκεται (ή είναι αφελώς παραδεδομένο) μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινής γνώμης. Αποτελεί, όμως, καλή ευκαιρία για αξιολόγηση των διμερών σχέσεων με την άλλοτε υπερδύναμη και πάντοτε ισχυρότατη (τουλάχιστον στρατιωτικά) Ρωσία.

Σε ιστορικό επίπεδο, είναι γνωστές οι τραγικές περιπέτειες των σκλαβωμένων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας, όποτε εναπέθεσαν υπερβολικές ελπίδες στην παρέμβαση της Μόσχας. Γνωστή είναι επίσης η σημαντική βοήθεια που έλαβαν οι Νεότουρκοι του Κεμάλ στην προσπάθειά τους να αποκρούσουν την Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922), όπως γνωστοί είναι και οι απηνείς διωγμοί που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί του Πόντου, της Κριμαίας και διαφόρων άλλων περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης, επί κομμουνιστικού καθεστώτος. Παρομοίως εχθρική στάση από τους Ρώσους αντιμετώπισε και το ελληνικό αίτημα για Ένωση με την Κύπρο τις δεκαετίες 1950 και 1960, ενώ η χώρα μας παρέμεινε πρωτεύων στόχος των σοβιετικών πυρηνικών όπλων ως το 1990 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, την οποία ακολούθησε σχεδόν αμέσως η επίσημη αναγνώριση των Σκοπίων με το όνομα «Μακεδονία» από το διάδοχο ρωσικό κράτος.

Κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η Ελλάδα προμηθεύτηκε διάφορα αξιόλογα ρωσικά οπλικά συστήματα, αφού προηγουμένως (προ 25ετίας) παρέλαβε σημαντικές ποσότητες μεταχειρισμένου υλικού από τα πλεονάσματα του ανατολικογερμανικού στρατού. Σε πολλές από τις συναλλαγές που έγιναν για προμήθεια όπλων ή ανταλλακτικών, κατεγράφησαν δωροδοκίες («μίζες») από ρωσικές εταιρείες προς Έλληνες αξιωματούχους, πλημμελής εκτέλεση (έως πλήρης αθέτηση) των συμφωνιών περί αντισταθμιστικών ωφελημάτων, ή παράδοση υλικού κατωτέρου των προσδοκιών, προς δικαίωση όσων εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις στην προοπτική αγοράς κυρίων οπλικών συστημάτων (και δη μαχητικών αεροσκαφών) από την Ρωσία.

Σε μια σειρά ακόμα από σημαντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής ή ασφάλειας, Ελλάδα και Ρωσία έχουν ασύμβατα ή αποκλίνοντα συμφέροντα. Στο θέμα της Ορθοδοξίας, όπου καταγράφονται και οι ισχυρότεροι δεσμοί μεταξύ των δύο λαών, η Μόσχα διατηρεί καθαρά ανταγωνιστική στάση απέναντι στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και πολλάκις έχει δείξει ότι ουδόλως θα την ενοχλούσε να κηδεμονεύσει διοικητικά ή πνευματικά το Άγιον Όρος, ενώ παρομοίως ηγεμονική στάση τηρεί και με τους υπόλοιπους Ορθόδοξους λαούς. Γεωπολιτικά, ανέκαθεν οι Ρώσοι προτιμούσαν να μην έχει η Ελλάδα τον έλεγχο των στενών (Δαρδανελίων και Βοσπόρου), ούτε αυτής ακόμα της Κωνσταντινούπολης (όντας ένας από τους βασικούς παράγοντες που ουδέποτε την ανακατέλαβε ο ελληνικός στρατός μεταξύ 1919-1922).

Αλλά και στον οικονομικό τομέα, τα συμφέροντα Αθήνας-Μόσχας δεν έχουν πάντα την ίδια φορά. Όσον αφορά στην ενέργεια, η οποία ουσιαστικά αποτελεί κύριο οικονομικό τροφοδότη της Ρωσίας, τυχούσα εύρεση υδρογονανθράκων σε μεγάλες εκμεταλλεύσιμες ποσότητες στο ελληνικό υπέδαφος, θα συμπίεζε περαιτέρω τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, πλήττοντας ευθέως την ρωσική οικονομία. Το εμπάργκο κατά ελληνικών αγροτικών προϊόντων συνεχίζεται, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν συναισθηματισμούς. Το ύψος και η αλληλεξάρτηση των συναλλαγών της Ρωσίας με την Τουρκία και τη Γερμανία, είναι πολλαπλάσιο των αντίστοιχων μεγεθών με την Ελλάδα. Όσον αφορά στις κατά καιρούς δημοσιοποιημένες υποσχέσεις μεγάλων ρωσικών επενδύσεων στη χώρα μας, αυτές παραμένουν, ως επί το πλείστον, ακριβώς αυτό: υποσχέσεις.

Παρά όλα αυτά, οι Ρώσοι (και ειδικά ο Πούτιν) εκμεταλλεύονται επιδέξια τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό και την διαχρονικά φιλορωσική στάση της ελληνικής κοινής γνώμης, για να προωθούν τα συμφέροντα της χώρας τους στα Βαλκάνια και στην Ευρωπαϊκή Ένωση – και πολύ καλώς για τον λαό τους πράττουν. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται μέχρι και ψυχολογικές επιχειρήσεις, όπως η παραφιλολογία περί σχεδίου φυσικής και πολιτικής εξόντωσης του Κώστα Καραμανλή με την ονομασία «Πυθία», τα εμφανώς κατευθυνόμενα δημοσιεύματα διαφόρων ελληνικών ΜΜΕ και ιστοσελίδων, καθώς και οι οριακά φιλελληνικές θέσεις που λαμβάνει η Μόσχα κατά καιρούς στα ελληνοτουρκικά – χωρίς ποτέ φυσικά να αποξενώνεται από την στρατηγικού χαρακτήρα συμμαχία της με την Άγκυρα – ακόμα και μετά την διάσταση που έχει επέλθει από τα γεγονότα στην Συρία.

Υποδηλώνει, μήπως, η ανωτέρω καταγραφή της ψυχρής πραγματικότητας, ότι οι Ρώσοι δεν είναι φίλοι μας; Ή ότι είναι εχθροί μας; Ή ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμμαχία Ελλάδας – Ρωσίας; Ή ότι πρέπει οπωσδήποτε να προτιμάμε άλλους διεθνείς εταίρους (π.χ. ΗΠΑ και ΕΕ) από αυτούς; Όχι απαραίτητα! Απλώς πρέπει να θυμόμαστε τον Θουκυδίδη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που, υπεράνω συναισθηματισμών και με γνώμονα τον πατριωτισμό τους, έχουν προ πολλού διαπιστώσει το προφανές, ότι δηλαδή τα κράτη δεν έχουν φιλίες, αλλά συμφέροντα.

Ώστε λοιπόν και η Ρωσία, ως μεγάλη δύναμη και όπως όλες οι μεγάλες δυνάμεις, επιδιώκει ή επιβάλλει με όποιον τρόπο μπορεί τα συμφέροντά της απέναντι σε κάθε άλλη χώρα, αρχής γενομένης από τους ίδιους τους γείτονές της (οι οποίοι έχουν κατά καιρούς υποφέρει τα πάνδεινα από αυτήν, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ορθόδοξη Ουκρανία). Μέχρι, λοιπόν, να αποφασίσει να προβεί σε εντυπωσιακές και ουσιώδεις κινήσεις που ανατρέπουν το διεθνές status quo υπέρ της Ελλάδας (όπως π.χ. σε εγγύηση των ελληνικών συνόρων απέναντι στην Τουρκία και σε οποιονδήποτε άλλον), ας μην έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από την Μόσχα, ούτε από τον Πρόεδρο Πούτιν. Είναι εθνικώς ωφελιμότερο να διατηρούμε τις προσδοκίες μας σε ρεαλιστικά επίπεδα, παρά να ρισκάρουμε βασιζόμενοι σε μια υποστήριξη που δεν υπάρχει. Άλλωστε, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους…