Αντιπολίτευση χαμένη σε 7.500 σελίδες

Το περιβόητο πολυνομοσχέδιο των περίπου 7.500 σελίδων που καλείται να ψηφίσει αύριο, Κυριακή 22 Μαΐου – με συνοπτικές μάλιστα διαδικασίες – η πολύπαθη Βουλή των Ελλήνων, έχει ευλόγως δημιουργήσει έντονες συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα, με αντεγκλήσεις και βαριές κατηγορίες να εκτοξεύονται ένθεν κακείθεν του πολιτικού φάσματος. Δυστυχώς, στις σελίδες του δεν είναι χαμένη μόνο η κυβέρνηση, αλλά και η αντιπολίτευση.

Από την μία πλευρά, η κυβερνητική πλειοψηφία έχει προ πολλού απωλέσει κάθε έννοια αξιοπιστίας ή σοβαρότητας, υποστηρίζοντας πλέον – έως και επαινώντας – τις πολιτικές λιτότητας εναντίον των οποίων επαίρεται ότι αγωνιζόταν επί σειρά ετών, για να καταλήξει να τις υλοποιεί σε πολύ χειρότερο βαθμό, καθ’ υπαγόρευση ξένων κέντρων εξουσίας. Από την άλλη, η Αξιωματική Αντιπολίτευση φαίνεται να επιστρέφει εν μέρει στην αντιμνημονιακή εποχή του Αντώνη Σαμαρά (2010-2011), ο οποίος εξέφραζε τότε την αντίθεσή του στο «Μνημόνιο 1», ισχυριζόμενος ότι διέθετε τις εναλλακτικές λύσεις (που παρουσίαζε σε αλλεπάλληλες εκδηλώσεις στο Ζάππειο Μέγαρο), προς τέρψιν μεγάλης μερίδας ψηφοφόρων, αλλά υπό την χλεύη σχεδόν κάθε ξένου συνομιλητή του, ακόμα και στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ).

Βεβαίως, ο προσεκτικός παρατηρητής των γεγονότων, θα υπενθυμίσει ότι η αντιμνημονιακή στάση του Α. Σαμαρά το 2010-2011 δεν είχε τις ακρότητες στις οποίες επιδίδονταν οι τωρινοί κυβερνητικοί εταίροι μέχρι πέρυσι, αλλά και ότι η στάση αυτή ίσως να ήταν απλώς φύλο συκής, αφού ο ίδιος δήλωνε εξ αρχής πως θα σεβαστεί τις υπογραφές τής τότε κυβέρνησης του  ΠΑΣΟΚ και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας. Μπορεί επίσης, με λίγη δόση θεωρίας συνωμοσίας, να υποθέσει κανείς ότι, αν ο Γιώργος Παπανδρέου ζητούσε πλειοψηφία 180 βουλευτών για το πρώτο Μνημόνιο στις 5 Μαΐου 2010, ο Αντώνης Σαμαράς θα έσπευδε να διαθέσει αρκετούς (αν όχι όλους) τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, όπως ακριβώς έκανε με το «Μνημόνιο 2», στις 12 Φεβρουαρίου του 2012, διαγράφοντας μάλιστα τους 21 Βουλευτές του που δεν πειθάρχησαν.

Πέραν τούτων, υφίστανται πολύ σοβαρές διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων, ως προς το περιεχόμενο των προς ψήφιση μέτρων. Όμως, προϊόντος του χρόνου, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να παλινωδεί (ειδικά μετά τις καταστροφικές επιλογές της σημερινής κυβέρνησης, από τον Φεβρουάριο του 2015) και έτσι τα μέτρα που χρειάζεται να ληφθούν κάθε φορά είναι χειρότερα των προηγούμενων, έτι δε χειρότερα όσων θα απαιτούντο αν η κρίση αντιμετωπιζόταν ορθά, το διάστημα 2008-2009. Τοιουτοτρόπως, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στην περίπτωση που η κυβέρνηση νομοθετεί υπερβολική  λιτότητα, ενώ η αντιπολίτευση (και δη η Αξιωματική) αντιτίθεται, προτείνοντας κάποιες, μάλλον αόριστες, εναλλακτικές λύσεις.

Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζεται το πολύ σημαντικό γεγονός ότι η πολιτική του διδύμου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι εντελώς λανθασμένη, κραυγαλέα ανακόλουθη και ιταμώς κυνική, προβληματισμό δημιουργεί ταυτόχρονα η μάλλον νωχελική αντίδραση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, η οποία ακόμα φαίνεται να τηρεί  επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στον καταιγισμό των νέων μέτρων – και ειδικά σε όσα η ίδια ήδη δημοσίως καταγγέλλει.

Τι θα κάνει, άραγε, η Νέα Δημοκρατία, σε περίπτωση που ηγηθεί του επόμενου κυβερνητικού σχήματος; Θα επιδιώξει αναδιαπραγμάτευση των επαχθέστερων όρων της κυβερνητικής συμφωνίας με τους δανειστές, όπως αυτοί αναμένεται να θεσμοθετηθούν από τη Βουλή; Θα έχει το σθένος να καταργήσει κάποια από τα μέτρα αυτά – και κυρίως όσα προσβάλλουν με βάναυσο τρόπο τον πυρήνα της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας, όπως το εξωφρενικό νέο υπερ-ταμείο διαχείρισης του συνόλου σχεδόν της κρατικής περιουσίας; Δηλαδή, εάν η σημερινή κυβέρνηση νομοθετήσει δεσμεύσεις δεκαετιών, οι διάδοχοί της δεν μπορούν να ακυρώσουν αυτούς τους νόμους; Εν τέλει,  θα επιδιώξει η ΝΔ να άρει την υπερφορολόγηση γενικώς, ή θα προσπαθήσει απλώς να μειώσει κάποιους φόρους, διατηρώντας τους υπόλοιπους; Με άλλα λόγια, πόσα επαχθή μέτρα θα συνεχίσει να υφίσταται στο διηνεκές αυτή η χώρα, στο όνομα της συνέχειας του κράτους ή των λαθών των (όποιων) προηγούμενων;

Αυτή είναι μια πολύ σοβαρή απόφαση που πρέπει να πάρει άμεσα ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που μέχρι στιγμής (τηρουμένων των αναλογιών) επιδεικνύει παρομοίως νωχελική στάση με αυτήν του ελληνικού λαού. Διότι, η στωικότητα και η απάθεια απέναντι στα διαρκώς επιδεινούμενα μέτρα, χωρίς ελπίδα εξόδου από την κρίση, είναι δυνατόν να αποχαυνώνει έναν λαό μόνο έως ότου συμβεί το (πιθανώς τυχαίο) γεγονός που θα οδηγήσει στην έκρηξη, ή η εθνική καταστροφή που αναζητούν την ευκαιρία να μας επιφέρουν οι διάφοροι άσπονδοι φίλοι μας, σε αυτήν την προνομιακή – όσο και πολύπαθη – γωνιά του πλανήτη…