Εκλογικός οπορτουνισμός

Ο οπορτουνισμός (ή, επί το ελληνικότερον, καιροσκοπισμός) που αποδίδει το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΚΚΕ) στην σημερινή κυβέρνηση και ειδικά στον ηγετικό εταίρο της, τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι συνήθης χαρακτηρισμός στις τάξεις της Αριστεράς, όπου και κυρίως απαντάται. Ως πολιτικός όρος, αναφέρεται στην διαρκή προσαρμογή στις περιστάσεις, υπεράνω ιδεολογικών ή προγραμματικών δεσμεύσεων, συνήθως με περισσή ανευθυνότητα και πάντως με γνώμονα το στενό ατομικό ή κομματικό συμφέρον τού προσώπου ή της ομάδας προσώπων που ακολουθούν την συγκεκριμένη πρακτική.

Η ρητορική και οι πράξεις των δύο σημερινών κυβερνητικών εταίρων, τόσο όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, όσο και μετά την ανάληψη της εξουσίας, συνιστούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα (διαρκούς μάλιστα) πολιτικού καιροσκοπισμού της Μεταπολίτευσης. Τούτο είναι πασιφανές όχι μόνο στην κεντρική τους κατεύθυνση, όπου από φανατικοί αντιμνημονιακοί έχουν μετατραπεί σε υλοποιητές των χειρότερων μνημονιακών πολιτικών και γενικώς πράττουν τα ακριβώς αντίθετα από όσα υπόσχονταν μέχρι προσφάτως, αλλά και σε ειδικότερα θέματα, τα οποία κρίνουν ότι εξυπηρετούν το στενό τους κομματικό όφελος, όπως ο εκλογικός νόμος.

Ως γνωστόν, στην σχετική συζήτηση που έχει ανοίξει εκ νέου με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, περιλαμβάνονται αλλαγές προς τις ακόλουθες κατευθύνσεις:

  1. Περιορισμός του μπόνους των 50 εδρών σε 30 ή 20 (μέχρι κατάργησης)
  2. Ελάττωση του ορίου εισόδου στη Βουλή κάτω του 3% (π.χ. στο 2%)
  3. Μείωση του κατώτερου ορίου ηλικίας ψήφου από τα 18 στα 17 χρόνια
  4. Ενίσχυση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης του δεύτερου κόμματος
  5. Κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών, σε μεγέθη έως 10 εδρών

Το μεγαλύτερο βάρος της επιχειρηματολογίας υπέρ των ανωτέρω αλλαγών, θα βασιστεί πιθανότατα σε προπαγάνδα ή συναισθηματισμούς, όπως

  • Η παραδοσιακή προτίμηση της Αριστεράς στην απλή αναλογική
  • Ο… προοδευτισμός, συμπεριλαμβανομένης της «προνομιακής» σχέσης με τη νεολαία
  • Η ευρεία (όσο και λανθασμένη) εντύπωση ότι το εκλογικό σύστημα που ορίζει ο ισχύων εκλογικός νόμος 3636/2008, είναι… καλπονοθευτικό
  • Η δήθεν αυξημένη ευαισθησία στην κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση μικρότερων κοινωνικών ομάδων
  • Η διόρθωση των (υπαρκτών) μειονεκτημάτων των μεγάλων εκλογικών περιφερειών

Παρά τις προφάσεις αυτές, στο επίκεντρο της αλλαγής του εκλογικού νόμου, βρίσκεται καταφανώς το στενό κομματικό συμφέρον του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ και όσων άλλων πολιτικών δυνάμεων συμπράξουν μαζί τους (όπως ενδεχομένως το ΠΑΣΟΚ, Το Ποτάμι και η Ένωση Κεντρώων). Εν όψει της σχεδόν αναπόδραστης πολιτικής συντριβής τους στις επόμενες εκλογές, ο Α. Τσίπρας και ο Π. Καμμένος αναζητούν τρόπους αδρανοποίησης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και καλύτερη μέθοδος από τον περιορισμό της κοινοβουλευτικής δύναμης της Νέας Δημοκρατίας, σε περίπτωση που, όπως αναμένεται, επικρατήσει του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει.

Πέραν του ότι το ισχύον εκλογικό σύστημα δεν είναι άδικο και χρήζει μόνο διορθωτικών αλλαγών (όπως η εδώ προταθείσα κλιμακωτή αναλογική), η μόνη βελτίωση από αυτές που συζητά η κυβέρνηση και έχει νόημα, είναι ίσως η συρρίκνωση των πολύ μεγάλων εκλογικών περιφερειών (όπως η Β’ Αθηνών) – με την προϋπόθεση ότι τα νέα όριά τους δεν θα χαραχθούν κατά το συμφέρον του νομοθέτη. Αλλά στα στενά χρονικά περιθώρια που επιχειρείται η αλλαγή του εκλογικού νόμου (πιθανότατα για να έχει την δυνατότητα η κυβέρνηση να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές εντός ολίγων μηνών και πάντως πριν εφαρμοστεί ο διαβόητος «κόφτης»), δύσκολα μπορεί να μελετηθεί και να επιβληθεί ένα τέτοιο εγχείρημα, που σίγουρα θα συναντήσει πολλαπλές αντιδράσεις, ξεκινώντας από τους ίδιους τους εν ενεργεία Βουλευτές.

Κατά τα λοιπά, με μείωση του μπόνους σε 20-30 έδρες, το όριο αυτοδυναμίας ανεβαίνει ίσως και άνω του 45%, ουσιαστικά καθιστώντας την αδύνατη, ακόμα και σε επίπεδα ποσοστών προ 2012 – πόσω μάλλον όταν πραγματική αυτοδυναμία δεν είναι οι 151-152 έδρες, αλλά τουλάχιστον οι 155 έδρες, για να προκύψει σταθερή κυβέρνηση. Με παρόμοιους ακροβατισμούς, το πολιτικό πρότυπο του σημερινού Πρωθυπουργού, ο Ανδρέας Παπανδρέου, είχε προκαλέσει παρατεταμένη πολιτική αστάθεια στη χώρα, όταν, λίγους μήνες πριν χάσει τις εκλογές τού 1989, γνωρίζοντας το επερχόμενο αποτέλεσμα, άλλαξε τον (δικό του) εκλογικό νόμο με τον οποίο είχε κερδίσει το 1985. Θεσπίζοντας λοιπόν μια παραλλαγή της απλής αναλογικής (το διαβόητο «συν ένα») στον Νόμο 1847/1989, το τότε ΠΑΣΟΚ έριξε ανεύθυνα την Ελλάδα σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, με αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, κατά τις οποίες η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε λάβει:

  • 44,25% και 145 έδρες στις 18/06/1989
  • 46,20% και 148 έδρες στις 05/11/1989
  • 46,89% και 150 έδρες στις 08/04/1990

Ενδεικτικά, το ΠΑΣΟΚ (με τον επίσης δικό του Νόμο 1516/1985) είχε λάβει 45,82% και 161 έδρες στις εκλογές της 02/06/1985, υποσχόμενο ψευδώς «ακόμα καλύτερες ημέρες», για να εφαρμόσει αμέσως σκληρή λιτότητα, αφού η χώρα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, μετά το «φαγοπότι» της περιόδου 1981-1985…

Φυσικά, ακόμα χειρότερα γίνονται τα πράγματα εάν το μπόνους συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο, ή καταργηθεί εντελώς. Τότε, από τις 25-35 έδρες που κερδίζει «καθαρά» το πρώτο κόμμα (τις υπόλοιπες έως τις 50 θα τις έπαιρνε ούτως ή άλλως με απλή αναλογική, χωρίς μπόνους), θα καταλήξει να λαμβάνει «καθαρά» κάτω από 10 (έως καμμία, αν το μπόνους καταργηθεί, οπότε και η αυτοδυναμία θα απαιτεί άνω του 50%). Σε κάθε περίπτωση, δραστική μείωση του μπόνους σημαίνει ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης θα προϋποθέτει την σύμπραξη 4-5 κοινοβουλευτικών κομμάτων (ακόμα και παρακάμπτοντας το πρώτο), δηλαδή συναλλαγή για νομή της εξουσίας και ουσιαστική ακυβερνησία εις το διηνεκές. Σε έναν λαό που έχει αρχαιόθεν έφεση στην διαφωνία και στη διχόνοια, είναι βέβαιο ότι τέτοιες πολιτικές συμπράξεις δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές, ούτε βέβαια σταθερές. Η πατρίδα μας και η Δημοκρατία δεν έχουν ανάγκη από τέτοια πειράματα!

Ηλίου φαεινότερον είναι επίσης ότι η ψήφος στα 17 (ουσιαστικά, στα 16 και κάτι, ανάλογα με τις ημερομηνίες διεξαγωγής των εκλογών) προτείνεται ιδιοτελώς, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι κυριαρχεί στις μικρότερες ηλικίες. Όμως, οι σημερινοί έφηβοι πολίτες, πέραν του ότι νομικώς δεν έχουν ευθύνες ως ανήλικοι, δεν δείχνουν να έχουν καν την ωριμότητα να λαμβάνουν αποφάσεις τέτοιας σημασίας, όπως η επιλογή ηγεσίας της χώρας. Αποτελεί κοινό μυστικό πως στην εποχή μας μεγαλύτερες ηλικίες Ελλήνων, ακόμα και άνω των 20 ετών, συνήθως απογαλακτίζονται από το οικογενειακό περιβάλλον και αποκτούν πλήρη εμπειρία των συνθηκών της ζωής αργότερα – πόσω μάλλον τα παιδιά που δεν έχουν καν τελειώσει το σχολείο. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν τους καθιστά κατώτερη κατηγορία πολιτών, ούτε περιορίζει τα δικαιώματά τους – απλώς, κατά το «καιρὸς παντὶ πράγματι», υποδεικνύει πως θα πρέπει να αναμένουν την σειρά τους, αντί να χειραγωγούνται από οποιοδήποτε κόμμα, προς ίδιον όφελος.

Ο καιροσκοπισμός της πρότασης για ψήφο στα 17 και η άπελπις προσπάθεια του διδύμου ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να διευρύνουν το κομματικό τους ακροατήριο στους εφήβους, φαίνονται και από τις κολακείες που συστηματικά κάνουν προς τους μαθητές, σε λεκτικό και πρακτικό επίπεδο (π.χ. με τα μέτρα απαξίωσης της αριστείας στην Παιδεία). Εξ αντιδιαστολής, ο ίδιος καιροσκοπισμός προβάλλει ανάγλυφος στην υφέρπουσα απροθυμία της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει την διευκόλυνση της ψήφου στο εξωτερικό, τουλάχιστον για τους περίπου 500.000 (μισό εκατομμύριο!) Έλληνες που υπολογίζεται ότι έχουν ξενιτευτεί μετά το 2010, λόγω της οικονομικής κρίσης. Διότι, στο εν λόγω ακροατήριο, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ συγκεντρωτικά μπορεί να πέφτουν ακόμα και σε μονοψήφιο ποσοστό, οπότε κρίνουν ότι δεν τους συμφέρει μια σχετική πρωτοβουλία.

Ομοίως καιροσκοπική και απορριπτέα είναι κάθε άλλη μέχρι τώρα δημοσιευθείσα κυβερνητική πρόταση για τον νέο εκλογικό νόμο. Μεταξύ των πολλών μειονεκτημάτων τους, οι εισηγήσεις αυτές στρέφονται ευθέως κατά της δημοκρατικής έκφρασης του λαού, διότι ουσιαστικά αποσκοπούν στο να εμποδίσουν την στοίχιση των ψηφοφόρων πίσω από πολύ μεγάλα κόμματα (π.χ. άνω του 40%), όπως έχουν κάθε δικαίωμα οι πολίτες να κάνουν και όπως πιθανόν θα ξανακάνουν, όταν επανέλθει η ομαλότητα στη χώρα. Ακόμα και με τις καλύτερες των προθέσεων, είναι ασόβαρο να προεξοφλεί ο νομοθέτης ότι δεν θα ξαναϋπάρξει κόμμα που να διεκδικεί σοβαρά την αυτοδυναμία στην Ελλάδα (υπό οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα), όπως ασόβαρη αποδείχθηκε και η προσδοκία ότι ο δικοματισμός θα λαμβάνει ψήφο ή ανοχή άνω του 90% εσαεί.

Τοιουτοτρόπως και για άλλη μια φορά, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να μιμηθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου, χωρίς να έχει ούτε τα τυπικά προσόντα, ούτε τις ηγετικές ικανότητες του ινδάλματός του. Ως αναμένεται, αδιαφορώντας για την προέλευση και τον τρόπο, θα επιχειρήσει να συγκεντρώσει 200 ψήφους στο σημερινό Κοινοβούλιο, ώστε ο νέος νόμος που ετοιμάζει να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές. Αλλά ακόμα και αν δεν το καταφέρει αυτό, είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει η ΝΔ να συγκεντρώσει στην επόμενη Βουλή τις 200 ψήφους που απαιτούνται, ώστε να μην εφαρμοστεί ποτέ η εκλογική συνταγή που μαγειρεύει ο ΣΥΡΙΖΑ. Εάν μάλιστα αληθεύουν οι φήμες ότι η κυβέρνηση σκέφτεται από τώρα μονιμοποίηση των προτάσεών της μέσω δημοψηφίσματος, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη.

Ας σημειωθεί, πάντως, ότι εκ των πιο ευνοημένων από ενδεχόμενη δραστική ελάττωση του μπόνους των 50 εδρών, είναι η Χρυσή Αυγή, που μπορεί να διεκδικήσει ακόμα και τον ρόλο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, σε περίπτωση παρατεταμένης ακυβερνησίας, η οποία θα αναγκάσει τα δύο πρώτα κόμματα (ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ) σε κάποιας μορφής συγκυβέρνηση (π.χ. με «ουδέτερο» Πρωθυπουργό). Άραγε, αυτή θα είναι η… υπηρεσία στη Δημοκρατία που θα προσφέρει η απλή αναλογική και η «πρώτη φορά Αριστερά»;

Υπό όλες αυτές τις προϋποθέσεις, είναι τουλάχιστον περίεργη η μέχρι τούδε… στωικότητα με την οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει τις εν λόγω μηχανορραφίες το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η Νέα Δημοκρατία όχι μόνο δεν αντιδρά όσο σθεναρά απαιτείται στην ανεύθυνη και καιροσκοπική αλλαγή του εκλογικού νόμου, αλλά ούτε καν προβάλλει συντεταγμένα τα προφανή μειονεκτήματα της απλής αναλογικής που φαίνεται να προωθεί η κυβέρνηση – και φυσικά, ουδεμία πειστική αντιπρόταση εκλογικού συστήματος δείχνει διατεθειμένη να καταθέσει.

Αλλά ακόμα και αν η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με το παροιμιώδες έλλειμα πολιτικής επικοινωνίας που την διακρίνει, δεν κάνει όσα πρέπει για να ακυρώσει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς (ή απλώς επιμείνει να τους ανέχεται), ο εκλογικός  οπορτουνισμός ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δεν πρέπει να γίνει αποδεκτός, ακριβώς επειδή είναι πιθανόν να προκαλέσει περαιτέρω ανωμαλία στο πολιτικό σύστημα, παρόμοια με αυτή της περιόδου 1989-1990, σε εποχές πολύ πιο δύσκολες και επικίνδυνες από τότε.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προσωπική ευθύνη (και συνταγματικό καθήκον) να πράξει ό,τι μπορεί (και ακόμα παραπάνω) για να εμποδίσει την εξελισσόμενη προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας εστίας πολιτικής αστάθειας, την οποία δύσκολα θα αντέξει η ήδη δεινώς δοκιμαζόμενη Ελλάδα…