Οι συντεχνίες της αντίδρασης

Ένα από τα κυριότερα συμπεράσματα της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα από το 2009 είναι ίσως το ότι, στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία, πολύ πιο εύκολα περνάει η φορολόγηση, παρά οι μεταρρυθμίσεις, ακόμα και οι καταφανώς ωφέλιμες εξ αυτών. Οπισθοδρομικές νοοτροπίες του περασμένου αιώνα, προκλητικές διεκδικήσεις και συντεχνίες πάσης φύσεως, υποβαθμίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας επί δεκαετίες, καλλιεργώντας ή υπερασπίζοντας ενίοτε εξωφρενικά «κεκτημένα» δικαιώματα, καταχρηστικές απεργίες, κλεισίματα δρόμων ή άλλων υποδομών και προξενώντας, εν τέλει, δυσβάσταχτο κόστος.

Από οικονομική άποψη, συντεχνία (guild) είναι μια ομάδα ανθρώπων που συνδέονται στενά μέσω κάποιου επαγγελματικού συμφέροντος, του οποίου συνήθως διεκδικούν ή υπερασπίζονται την προνομιακή – αν όχι αποκλειστική – νομή. Τέτοιες ομάδες υπάρχουν τουλάχιστον από τον Μεσαίωνα στον προηγμένο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Στην εποχή μας, όμως, και ειδικά στη χώρα μας, η λειτουργία των συντεχνιών (ή η μίμησή της), συχνά εκφυλίζεται σε στυγνή αντίδραση προς κάθε προσπάθεια ανοίγματος και εξωστρέφειας της οικονομίας.

Χαρακτηριστικά (όσο και ιταμά) δείγματα συντεχνιακών συμπεριφορών απαντώνται σε ορισμένες «ευγενείς» κρατικές υπηρεσίες του δημοσίου (π.χ. Βουλή, Υπουργείο Οικονομικών, Τράπεζα της Ελλάδος), όπου οι συνολικές αμοιβές και τα υπόλοιπα προνόμια των υπαλλήλων, υπερβαίνουν κατά πολύ τα προβλεπόμενα επίπεδα. Παρόμοιες περιπτώσεις συνιστούν επίσης διάφοροι κρατικοί οργανισμοί άνευ αντικειμένου, τα σκανδαλώδη επιδόματα πολλών δημοσίων οργανισμών ή τμημάτων τους, οι περισσότερες φοροαπαλλαγές ή εισφορές υπέρ τρίτων, αρκετά από τα λεγόμενα «κλειστά» επαγγέλματα και βέβαια η (συνήθως διαπλεκόμενη) παρασιτική επιχειρηματικότητα. Επιπλέον, στην συνείδηση της κοινής γνώμης, ιδιόμορφες συντεχνίες αποτελούν πιθανόν οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και οι συνδικαλιστές, οι οποίοι μονοπωλούν και χειραγωγούν συστηματικά τον δημόσιο βίο της Μεταπολίτευσης.

Όλα αυτά τα φαινόμενα – και οι αντίστοιχες διαπιστώσεις – επανέρχονται στην επικαιρότητα οψέποτε επιχειρείται κάποια αλλαγή στο εργασιακό status quo της χώρας, όπως συνέβη με το (οδυνηρό) ασφαλιστικό που ψηφίστηκε την Κυριακή στη Βουλή από την κυβέρνηση, μαζί με άλλα αντιαναπτυξιακά οικονομικά μέτρα, εν είδει νέου Μνημονίου. Το παράδειγμα εν προκειμένω έδωσαν διάφορα μέλη και συνδικαλιστικά όργανα των δημοσιογράφων, των νομικών και των μηχανικών, εκφράζοντας εύλογες αντιδράσεις προς τους βουλευτές που ανήκουν στους αντίστοιχους επαγγελματικούς συλλόγους – όπως η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) – ξεπέρασαν και πάλι το μέτρο, θέτοντας υπεράνω της δημοκρατικής και συνταγματικής τάξεως τα επαγγελματικά τους συμφέροντα, αφού έφτασαν να απειλήσουν ανοιχτά με διαγραφή (!) όσους βουλευτές σκόπευαν να ψηφίσουν το ασφαλιστικό.

Μέχρι και ο αυτοπροβαλόμενος ως μεταρρυθμιστής Κυριάκος Μητσοτάκης, αναγκάστηκε να επιβάλει στη Νέα Δημοκρατία να ψηφίσει ΠΑΡΩΝ στο άρθρο για το διαβόητο αγγελιόσημο, μολονότι σε όλα τα υπόλοιπα άρθρα ψήφισε ΟΧΙ. Οι… γενναίες δηλώσεις που άφησε να διαρρεύσουν αργότερα στα ΜΜΕ, ότι (υποτίθεται) επέπληξε στους δικούς του που ήθελαν να ψηφίσουν ΟΧΙ, λέγοντας «Είστε βουλευτές, όχι δημοσιογράφοι, δεν μπορείτε να δράτε συντεχνιακά», είναι αμφίβολο αν ειπώθηκαν ποτέ και πάντως κρίνονται εκ του αποτελέσματος: πολιτική δεν γίνεται μόνο με προθέσεις, χρειάζονται και έργα.

Δεν είναι τυχαίο ότι, για να προστατέψει τον πυρήνα της εκλογικής της πελατείας που είναι οι συνδικαλιστές του δημοσίου, η κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2015 προτίμησε την αύξηση της φορολογίας, αντί για τη βελτίωση του ΑΕΠ κατά 1% που είχε προτείνει η Τρόικα, μέσω της κατάργησης του συνδικαλιστικού νόμου. Ούτε, δυστυχώς, ήταν το μοναδικό δείγμα αυτής της προκλητικά αντιδραστικής και οπισθοδρομικής νοοτροπίας, από την «προοδευτική» Αριστερά.

Τα δικαιώματα και οι αγώνες των εργαζομένων είναι σεβαστά και η προστασία τους από την αυθαιρεσία των εργοδοτών ή από τις στρεβλώσεις της οικονομίας επιβεβλημένη, αλλά η συχνή χειραγώγηση των διεκδικήσεών τους, δημιουργεί αντίθετο αποτέλεσμα. Όσο η χώρα παραμένει δέσμια συντεχνιακών νοοτροπιών, όσο το δικαίωμα στην απεργία θεωρείται κατισχύον του δικαιώματος στην εργασία, όσο κάθε κλάδος διεκδικεί για τον εαυτό του προνόμια που επιβαρύνουν τους υπόλοιπους, όσο θεωρείται ανεκτό μερικές δεκάδες άνθρωποι να κλείνουν κεντρικούς δρόμους, όσο οι ίδιοι οι (δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί ή άλλοι) βουλευτές προωθούν συμφέροντα των συντεχνιών τους – τόσο περισσότερο θα δυσχαιρένεται η πορεία της χώρας προς το μέλλον…