Δικαίωση, όχι μνησικακία

Πληθαίνουν καθημερινά οι ενδείξεις ότι η κυβέρνηση κατρακυλάει στη συνείδηση των Ελλήνων. Πως χάνει όχι μόνο την αποδοχή αλλά και την ανοχή τους. Το «ηθικό πλεονέκτημα» της ριζοσπαστικής Αριστεράς ηχεί πλέον σαν αποτυχημένο ανέκδοτο, όπως και ο «ανόθευτος πατριωτισμός» της λαϊκίστικης Δεξιάς. Οι πλατείες της αγανάκτησης, στις οποίες επωάστηκε από το 2011 η «ανατροπή» του 2015, φαντάζουν σήμερα εμποροπανήγυρεις φτηνής ελπίδας. Οι καλλιτέχνες δε και οι διανοούμενοι που έγιναν σημαιοφόροι του αντιμνημονιακού αγώνα, προσδοκώντας ότι μαζί με την επανάσταση θα μοσχοπουλούσαν και τα τραγούδια τους και τα βιβλία τους, το στρίβουν αλά γαλλικά, σοβαρεύουν όψιμα, μήπως και περισώσουν λίγο από το κύρος τους. Στην επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, η εκστρατεία του Σύριζα θα θυμίζει τη φράση του Τσώρτσιλ για τον Μουσολίνι: «Πριν τον εγκαταλείψει η επαφή με την πραγματικότητα, του έμελλε να στερηθεί την αίσθηση του γελοίου…».

Οι πολίτες που επί έξι χρόνια στοχοποιούνταν, λοιδωρούνταν, διαπομπεύονταν από το αντιμνημονιακό μέτωπο, εκείνοι που τους κόλλαγαν τη ρετσινιά των γερμανοτσολιάδων και των προσκυνημένων (πολλοί ανάμεσά τους είχαν αποδείξει σε ασύγκριτα σκληρότερους καιρούς το ήθος τους, συμμετέχοντας στον αντιδικτατορικό αγώνα ή και στην Εθνική Αντίσταση), οι πολίτες που υπέστησαν τη σκατοθύελλα του κίτρινου τύπου και των τρολ του διαδικτύου φυσικό είναι να αισθάνονται δικαιωμένοι.

Δεν είναι μικρό πράγμα –ιδίως όταν δεν είσαι πολιτικός, χονδρόπετσος δηλαδή εξ’ επαγγέλματος– να έχεις υποστεί τη χλεύη συγγενών, φίλων και συναδέλφων. Και τώρα να τους ακούς επιτέλους να παραδέχονται –έστω και ψιθυριστά– πως είχες δίκιο. Ότι εσύ δεν πιάστηκες κορόιδο του Τσίπρα και του Καμμένου.

Και είναι μεγάλος, πράγματι, ο πειρασμός να γελάσεις στα μούτρα του ξαδέλφου σου ο οποίος, Νεοδημοκράτης απ’ τα σπάργανα, ψήφισε Σύριζα επειδή πίστεψε ότι θα καταργούνταν ο ΕΝΦΙΑ. Να κοιτάξεις με οίκτο την ανηψιά σου η οποία, γεννημένη μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, επιμένει να σού ξεφουρνίζει κάτι μπαγιάτικες και κακοχωνεμένες θεωρίες περί σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης, εργατικών συμβουλίων και κολχόζ. Να μην αφήσεις σε χλωρό κλαρί από το δούλεμα την κουμπάρα σου που –μορφωμένη γυναίκα–παρακολουθούσε με θαυμασμό την Ζωή Κωνσταντοπούλου να εγκωμιάζει τον άρτι εκλεγέντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας επειδή τον Δεκέμβριο του 2008 είχε τηρήσει ως αρμόδιος υπουργός προοδευτική, λέει, στάση. Είχε ανεχθεί δηλαδή απαθής τους μπαχαλάκηδες να καίνε την Αθήνα…

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να τους πεις ευθαρσώς: «Αποδειχθήκατε αφελείς, απολίτικοι, ανιστόρητοι. Μας πήρατε, στις κάλπες, τρεις φορές στο λαιμό σας. Κανονικά θα έπρεπε να σας αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου. Και μόνον εφόσον κάνετε εντατικά σεμινάρια Ιστορίας και Πολιτικής Οικονομίας και περάσετε ειδικές εξετάσεις να σας δοθεί και πάλι. Κανονικά θα έπρεπε να σας στείλουμε τον Βαρουφάκη και τον Τσακαλώτο να κάνουν κουμάντο στα δικά σας νοικοκυριά. Τον Νίκο Φίλη να αναλάβει την εκπαίδευση των δικών σας παιδιών. Τον Αλέξη Τσίπρα, τον πρωθυπουργό της καρδιάς σας, να σας χαμογελάει μέρα-νύχτα, ώσπου να καταλάβετε ότι δεν πρόκειται για αστραφτερό μειδίαμα. Αλλά για ειρωνικό μορφασμό.»

Όμως όχι. Από όσα δεινά επέφερε ο εθνικολαϊκισμός, από όσες ύβρεις διέπραξαν οι Συριζανέλ για να ανέλθουν στην εξουσία, η πιο ασυγχώρητη είναι η διχαστική τους ρητορεία. Το ότι συστηματικά και αδίστακτα χώριζαν τους Έλληνες σε καλούς και κακούς, σε πατριώτες και προδότες, σε απροσκύνητους και σε συστημικούς. Η διχόνοια αποτελεί νόσο βαριά και ενδημική, διατρέχει την Ιστορία μας. Το εμφύλιο πνεύμα φαλκιδεύει, συχνά δε ακυρώνει, κάθε αναγεννητική προσπάθεια. «Σαν μισούνται μεταξύ τους δεν τους πρέπει ελευθεριά!» γράφει απελπισμένος ο Διονύσιος Σολωμός, παρακολουθώντας τους συμπατριώτες τους αντί να πολεμούν τους Τούρκους, να αλληλοσκοτώνονται. Προφανώς δε το εμφύλιο πνεύμα εξυπηρετεί όποιον στερείται διαυγών στόχων και ρεαλιστικού προγράμματος. Σπιλώνοντας τους «άλλους», συσπειρώνει τους δικούς του. Εξαπολύοντας κυνήγι μαγισσών, καλύπτει τη δημιουργική του ανεπάρκεια.

Η επόμενη μέρα δεν χωρά μνησικακίες. Το έργο που θα αναλάβουν εκείνοι που θα διαδεχθούν τους Συριζανέλ είναι πραγματικά τιτάνιο. Πρέπει να βάλουν επιτέλους το άλογο μπροστά από το κάρο. Να κάνουν την Ελλάδα παραγωγική με όρους 21ου αιώνα. Να την απεξαρτήσουν σταδιακά από την καλοσύνη των ξένων. Αλοίμονο εάν ο χρόνος, η ύστατη ευκαιρία μας, ξοδευτεί σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Σε μυρηκασμό του παρελθόντος για να εξακριβωθεί ποιος έφταιξε ακριβώς και πόσο.

Ναι, ο κρατικός μηχανισμός λειτουργεί εν πολλοίς ως γραφειοκρατικό καρκίνωμα, τρώει τις σάρκες της κοινωνίας. Αλίμονο όμως εάν ο κάθε δημόσιος υπάλληλος ριφθεί στο πυρ το εξώτερον. Το ζητούμενο πρέπει να είναι ακριβώς το αντίθετο: Να ανοίξουν τα μάτια του, να αντιληφθεί πως ένα σύγχρονο, λειτουργικό, ευέλικτο κράτος θα ωφελήσει τελικά και τον ίδιον. Πολλώ δε μάλλον τα παιδιά του.

Ναι, ο ελληνικός εξαιρετισμός –η αντίληψη ότι αποτελούμε κάτι το εντελώς ιδιαίτερο, μία ευλογημένη περίπτωση λαού και χώρας που δεν υπακούει στους γενικούς κανόνες– ο ελληνικός εξαιρετισμός είναι το φύλο συκής του Καραγκιόζη. Αλίμονο όμως εάν φτάσουμε στο άλλο άκρο. Εάν κάνουμε τους Έλληνες να ντρέπονται για τους εαυτούς τους, να αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας τις βλαβερές έστω έξεις τους, να αυτομαστιγώνονται δημόσια για το ρουσφέτι και το φακελάκι. Και να ακούν, στα κρυφά, Γιώργο Τράγκα…

Η επόμενη μέρα, για να έρθει και για να δικαιώσει τις ελπίδες μας, προϋποθέτει υπέρβαση του διχασμού. Συσπείρωση όλων των δυνάμεων, δημιουργικών μα και λιγότερο δημιουργικών, φωτισμένων μα και λιγότερο φωτισμένων. Εθνική και λαϊκή ενότητα. Η μνησικακία, η εκδικητικότητα, το βρυκολάκιασμα των φαντασμάτων και των πληγών του παρελθόντος αποτελούν –και θα αποτελούν εσαεί– βέλη δηλητηριώδη στη φαρέτρα των αντιπάλων μας.

Χρήστος Χωμενίδης (capital.gr, 09/05/2016)