Συμφωνία αλήθειας, ή συμφωνία κυρίων;

Το 10ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο ολοκληρώνεται σήμερα, εισήγαγε στη δημόσια σφαίρα ένα παράταιρο σύνθημα (για… «οξυγόνο») και έναν μάλλον αδόκιμο νεολογισμό: τη «Συμφωνία Αλήθειας».

Πρώτα από όλα, τι ακριβώς αντιπροσωπεύει η λέξη «αλήθεια» στον δημόσιο βίο; Όπως είχε πει κάποτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην πολιτική υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται αλλά δεν λέγονται. Κάτι ανάλογο ισχύει και στην προσωπική ή την επαγγελματική ζωή του καθενός μας. Έτσι λοιπόν, ο όρος «αλήθεια» υποδηλώνει την ειλικρίνεια που (θεωρητικά τουλάχιστον) αναμένει ο πολίτης από τους πολιτικούς, στα σημαντικότερα ζητήματα για την κοινωνία και τη χώρα. Όσο πιο πολύ απομακρύνεται ένας πολιτικός από την ειλικρίνει αυτή, τόσο πλησιάζει προς τον λαϊκισμό και την δημαγωγία που ενδημούν στην ελληνική ιστορία από αρχαιοτάτων χρόνων.

Αντέχει, όμως, ή επιθυμεί πράγματι να ακούσει την αλήθεια αυτή ο Έλληνας, ή γοητεύεται από «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» των λαϊκιστών κάθε γωνιάς του πολιτικού φάσματος; Την απάντηση δίνουν παραστατικότατα η σταδιοδρομία του Ανδρέα Παπανδρέου μετά το 1974, η κατάληξη της θητείας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1993, το ποσοστό που έλαβε ο Κώστας Καραμανλής ύστερα από όσα είπε στην προεκλογική περίοδο του 2009 και το πώς συνετρίβη ο Αντώνης Σαμαράς το 2015, σε εθνικές εκλογές και δημοψήφισμα. Ο Έλληνας, παραδοσιακά, μοιάζει να έχει δυσανεξία στην αλήθεια…

Βεβαίως, κάθε υπεύθυνη πολιτική δύναμη πρέπει να είναι ειλικρινής προς τους πολίτες. Ακόμα περισσότερο, όμως, πρέπει να ωφελεί τη χώρα με την δράση της. Δεν έχει νόημα η παράθεση της αλήθειας στον λαό, όταν αυτός που την εκθέτει δεν μπορεί να πείσει τη μεγάλη πλειοψηφία, πολύ πέραν όσων των υποστηρίζουν, για τα λεγόμενά του.

Έχοντας ήδη συμπληρώσει 6 χρόνια μνημονιακής λιτότητας και υπό την επικοινωνιακή κυριαρχία του «αντιμνημονιακού» πολιτικού λόγου, η Νέα Δημοκρατία έχει να αντιπαλέψει καθεστηκυίες αντιλήψεις, οπισθοδρομικές νοοτροπίες και συνωμοσιολογικές προκαταλήψεις, οι οποίες κυριαρχούν σε μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης – ίσως και άνω του μισού αυτής. Αν δεν κατορθώσει να κερδίσει, εκτός από τους ψηφοφόρους της, την ανοχή πολύ περισσοτέρων του 50% των πολιτών, δεν έχει καμμία ελπίδα να επιτύχει στην κυβέρνηση, όπου έστω και με την στρατηγική του «ώριμου φρούτου» αναμένεται να βρεθεί, αργά ή γρήγορα.

Έχει έλθει, επιτέλους, ο καιρός να διαλυθούν οι «αντιμνημονιακοί» μύθοι των εύκολων λύσεων τύπου «λεφτά υπάρχουν». Δυστυχώς, η παταγώδης αποτυχία και η καθημερινή γελοιοποίηση του διδύμου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, δεν έχει σταθεί αρκετή για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, συν τοις άλλοις λόγω της επικοινωνιακής αδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας.

Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού αγνοεί ή παραβλέπει ακόμα και τα στοιχειώδη, όπως ότι μια οικονομία δεν ανεβαίνει ούτε πέφτει από τη μια ημέρα στην άλλη, ότι δεν αρκούν τα ωραία λόγια των δικών μας και οι δηλώσεις «κατανόησης» των ξένων, ότι τους πολιτικούς δεν τους διαλέγουμε όπως διαλέγουμε φίλους αλλά επαγγελματικούς συνεργάτες, ότι μόνο με εκλογές δεν λύνονται προβλήματα – ότι, τέλος πάντων, όποιος και να φταίει, το 2010 επισυνέβη χρεωκοπία στο ελληνικό κράτος και μετά από μια χρεωκοπία η ανάκαμψη δεν είναι ποτέ αυτόματη, ούτε εύκολη υπόθεση.

Αν δεν τα ξεκαθαρίσει αυτά στους πολίτες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κινδυνεύει να έχει την πολιτική τύχη του πατέρα του, ο οποίος το 1990 διέσωσε την Ελλάδα από το ΔΝΤ και ως το 1993 αποσόβησε την χρεωκοπία, αλλά εκδιώχθηκε από την Πρωθυπουργία για να επανέλθει θριαμβευτικά ο κύριος υπεύθυνος της καταστροφής – όχι μόνο της τότε, αλλά εν πολλοίς ακόμα και της σημερινής.

Φυσικά, με αυτήν την προσπάθεια δεν πρόκειται να συνταχθούν όλοι. Θα υπάρξει μεγάλος αριθμός (πάνω από 20%, ίσως και πάνω από 30%) που θα παραμείνει κολλημμένος στις προκαταλήψεις του, που θα συνεχίσει να αναλώνεται σε εξυπνακισμούς του τύπου «σέξυ Κούλης», που θα πιστεύει τις… βαθυστόχαστες αναλύσεις περί του πόσο… καταστράφηκε η Ελλάδα από ΠΑΣΟΚ-ΝΔ (λες και η πρωτοφανής ευημερία της περιόδου 1974-2010 ήταν έργο του… ΣΥΡΙΖΑ, ή του αυτόματου πιλότου), που θα βλέπει τις ηθικές και πρακτικές αδυναμίες μόνο της μίας πλευράς, δικαιολογώντας ή παραβλέποντας όσα κάνουν οι «δικοί του».

Όλους αυτούς τους «αμετανόητους» πολίτες θα πρέπει χωρίς προκατάληψη να τους υπηρετήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης – αλλά ούτε υποχρεούται, ούτε πρέπει να τις ιδεοληψίες τους να παραμείνουν τροχοπέδη στο μέλλον της χώρας. Εκείνο, όμως, που χρειάζεται -και είναι πολύ δύσκολο- να κάνει, είναι να περιορίσει σημαντικά τον αριθμό τους, όπως προαναφέρθηκε.

Για να το επιτύχει αυτό, η Νέα Δημοκρατία πρέπει όντως να πει την αλήθεια, αλλά σε ευρύτερο επίπεδο από ό,τι πράττει έως τώρα. Χρειάζεται περισσότερη και πιο συγκεκριμένη αυτοκριτική, ενδεχομένως οδυνηρή. Χρειάζεται να παραθέσει τα γεγονότα και να διαλύσει τους «αντιμνημονιακούς μύθους». Χρειάζεται, επίσης, ρεαλιστικό πρόγραμμα, το οποίο δεν θα περιοριστεί στη διαχείριση της κρίσης, αλλά, πολύ περισσότερο από τις ήδη δημοσιευθείσες 25 προτάσεις του, θα ασχολείται και με τα μεγάλα προβλήματα του ελληνικού έθνους, εμπνεόμενο από όραμα για την υπέρβασή τους. (Παρεμπιπτόντως, σε επικοινωνιακό επίπεδο οι προαναφερθείσες 25 προτάσεις συνιστούν πλατυασμό και μιμούνται σε αστοχία τα αλήστου μνήμης «18 σημεία» του Αντώνη Σαμαρά. Ενώ δηλαδή η κοινή γνώμη με το ζόρι δέχεται να αφομοιώσει 1-2 στοχευμένα μηνύματα, στη ΝΔ παράγουν δεκάδες…)

Με άλλα λόγια, χρειάζεται να σηκώσει τα μανίκια και να τραβήξει μπροστά, δίνοντας το καλό παράδειγμα και διατηρώντας αυστηρή προσήλωση στην ουσία – αφού, όμως, πείσει τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών (με τα σημερινά δεδομένα, τα οποία πρέπει να ειπωθούν στον λαό προτού πάμε σε εκλογές) ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, ότι με το ζόρι προκοπή δεν γίνεται και ότι τα ψέμματα έχουν τελειώσει προ πολλού – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αυτό όμως είναι περίπλοκο εγχείρημα και σίγουρα δεν αρκούν για την ευόδωσή του επικοινωνιακά επιχρίσματα αμφίβολης στόχευσης ή «μοδάτες» φράσεις όπως «οξυγόνο» και «συμφωνία αλήθειας».

Ουσιαστικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να επιτύχει μια συμφωνία κυρίων με τους πολίτες: αυτός να ηγηθεί μιας προσπάθειας που θα αφήνει πίσω τα λάθη του παρελθόντος και εκείνοι να δείξουν την απαραίτητη υπομονή, απεκδυόμενοι τις νοοτροπίες, οι οποίες (με ευθύνη πρωτίστως των πολιτικών που τις καλλιέργησαν) μας έχουν φέρει στην σημερινή κατάσταση.