Παλαιοκόμματα και νεολαίες

Τα συμβάντα που έλαβαν χώρα στο 10ο Συνέδριο της ΟΝΝΕΔ, στο Συνεδριακό Κέντρο Ευόσμου, στη Θεσσαλονίκη (15-17 Απριλίου), αποτελούν διεγνωσμένο σύμπτωμα των αδυναμιών ενός πολιτικού και κομματικού συστήματος, το οποίο φθίνει επί δεκαετίες και κινείται στα όρια της κατάρρευσης από το 2012.

Η προσοχή της κοινής γνώμης, για άλλη μια φορά, φαίνεται να στρέφεται στα επουσιώδη, όπως ο παραλληλισμός με την αποτυχία των εσωκομματικών εκλογών του Νοεμβρίου, η… καθαριότητα της αίθουσας όπου διεξήχθη το Συνέδριο, η καταγγελθείσα γελοιοποίηση των καταστατικών διαδικασιών και η αναμενόμενα σκληρή αντίδραση της ηγεσίας της ΝΔ (που επιδίδεται ήδη σε διαγραφές εντυπωσιασμού). Αλλά καμμία κίνηση σκοπιμότητας δεν μπορεί να συγκαλύψει την μακρόχρονη κρίση, ούτε να δώσει πνοή σε οργανισμούς που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της κοινωνίας.

Δεν αποκλείεται, όπως άλλωστε ψιθυρίζεται ήδη, ο τραγέλαφος των αρχαιρεσιών του Συνεδρίου να συνέβη λόγω του διαγκωνισμού των τοποτηρητών της νέας ηγεσίας με τους παλαιότερους, σε έναν ιδιότυπο «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων» (proxy war) μεταξύ των διαφόρων «-ικών» φατριών της παράταξης («καραμανλικών», «σαμαρικών», «μητσοτακικών») και των ποικίλλων παραφυάδων τους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται ότι μάλλον προσπαθεί να ελέγξει το κόμμα, επιβάλοντας τους δικούς του μηχανισμούς, αντί να το ανανεώσει ριζικά – παρά τις θετικές κινήσεις που έχει καταγράψει μέχρι τώρα.

Αντίστοιχες «μάχες», άλλωστε, διεξάγονται και εν όψει του προσεχούς 10ου Συνεδρίου της ΝΔ (22-24 Απριλίου, Metropolitan Expo, Αεροδρόμιο). Δεν θα ήταν έκπληξη, λοιπόν, αν ορισμένοι στενοί συνεργάτες του νέου Προέδρου, οι οποίοι ακόμα διαθέτουν ισχυρή επιρροή σε ΟΝΝΕΔ και ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, είτε σε συνεννόηση μαζί του, είτε επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο, έλαβαν μέρος στις «εχθροπραξίες» του Συνεδρίου της Θεσσαλονίκης, με τα γνωστά -όσο και φαιδρά- αποτελέσματα.

Σε κάθε περίπτωση, όσα διαδραματίστηκαν στους διαδρόμους του Συνεδριακού Κέντρου του Ευόσμου αυτό το Σαββατοκύριακο, δεν είναι ούτε πρωτόγνωρα, ούτε ανεπανάληπτα στην ιστορία της ΟΝΝΕΔ. Ούτε και σε αυτήν της Νέας Δημοκρατίας, η οποία έχει μακρά παράδοση στα συνεδριακά «μαγειρέματα» και τις παρασκηνιακές συμφωνίες, κατά παράβαση κάθε καταστατικής νομιμότητας – χωρίς βέβαια να είναι το μόνο κόμμα με τέτοιες «επιδόσεις».

Δυστυχώς η ΟΝΝΕΔ, ως μεγαλύτερη νεολαιίστικη οργάνωση της χώρας, έχει πάψει προ πολλού να παράγει πολιτική. Με βάση τον αριθμό μελών, αλλά και την ηγετική θέση της στους χώρους της εργασίας και της εκπαίδευσης, θα έπρεπε να έχει από μόνη της επιρροή ισοδύναμη με αυτή ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, αντί της ανυπαρξίας που ουσιαστικά την χαρακτηρίζει.

Αντίστοιχο έλλειμμα πολιτικού έργου συναντάται και στις υπόλοιπες νεολαίες, οι οποίες παρομοίως αναλώνουν την ενέργειά τους σε εσωκομματικές διαδικασίες και στη νομή της (όποιας) κυβερνητικής εξουσίας προσφέρει το μητρικό κόμμα. Πιο ενεργά είναι τα φοιτητικά τμήματα, που όμως επιτείνουν με τη δράση τους την απαξίωση των πανεπιστημιακών χώρων, είτε δια της ρύπανσης και των καταστροφών που προκαλούν, ή δια της συναλλαγής με τους διδάσκοντες για υποστήριξη στις πρυτανικές εκλογές, ή προσελκύοντας φοιτητές με δέλεαρ το υλικό προετοιμασίας των εξετάσεων, ή διοργανώνοντας… εκδρομές σε κοσμοπολίτικες περιοχές, ή ακόμα και αποτελώντας ποικιλλοτρόπως προσοδοφόρα ενασχόληση διαφόρων «φοιτητοπατέρων», πολύ πέραν της κανονικής πανεπιστημιακής τους θητείας. Τέτοιοι «φοιτητοπατέρες» συναντώνται συχνά και στο περιβάλλον κάθε κομματικής ηγεσίας, για προφανείς λόγους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, τίθεται ζήτημα όχι απλώς αναδιοργάνωσης, αλλά ύπαρξης για τις κομματικές νεολαίες, ειδικά στους φοιτητικούς χώρους. Ίσως δηλαδή έχει έλθει ο καιρός τα κόμματα να προβληματιστούν για το μερίδιο που έχει η δράση των φοιτητικών οργανώσεών τους στην απαξίωση των σπουδών και, μαζί με το διαβόητο άσυλο, να τις ρίξουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και αν δεν μπορούν να επιβάλουν τέτοιες αποφάσεις στα νεότερα στελέχη τους, ας προσφύγουν στη λαϊκή ετυμηγορία με δημοψήφισμα, ώστε οι ενδεδειγμένες πολιτικές να λάβουν αδιαμφισβήτητη νομιμοποίηση. Όχι μόνο σε ό,τι αφορά στις σπουδές, αλλά και σε σειρά άλλων θεμάτων που εμπλέκουν άμεσα τη νεολαία, όπως η στρατιωτική θητεία (η οποία πρέπει να αυξηθεί σημαντικά και να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο, στην υπηρεσία της άμυνας της χώρας).

Φυσικά, δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Δύσκολα θα βρεθεί έστω και ένα κόμμα, παλαιό ή νέο, το οποίο να διαθέτει την οξύνοια και την ανιδιοτέλεια (πόσω μάλλον το σθένος) να εισηγηθεί τέτοιες πολιτικές. Αντιθέτως, πιθανότερο είναι να αφεθεί η κατάσταση ως έχει, με το νεολαιίστικο κίνημα να απαξιώνεται και να απαξιώνει τους χώρους σπουδών και εργασίας, στο κυνήγι αόρατων εχθρών και μιας ουτοπικής πραγματικότητας.

Αυτή ακριβώς η οπισθοδρομική νοοτροπία έχει φέρει τις νεολαίες στο σημείο να σκέφτονται και να λειτουργούν σαν τα παλαιά κόμματα: σαν παλαιοκόμματα