Διαγραφές αυτονόητες, ή μήπως ανόητες;

Η πορεία αναδιοργάνωσης που έχει ξεκινήσει η Νέα Δημοκρατία, μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στις 10 Ιανουαρίου, φαίνεται ότι δεν έχει ακόμα κατορθώσει να επιτύχει την απόρριψη ορισμένων αυταρχικών πρακτικών των προηγούμενων Προέδρων της – συμπεριλαμβανομένης της ιδιοκτησιακής νοοτροπίας απέναντι στο κόμμα και στα στελέχη του.

Πέραν των αναξιοκρατικών συμβιβασμών που έχουν γίνει στις έως τώρα επιλογές προσώπων, καθώς και των όσων φαιδρών (έως άκρως παλαιοκομματικών) διαδραματίζονται εν όψει των απριλιάτικων συνεδρίων της ΟΝΝΕΔ και της ΝΔ, για δεύτερη φορά σήμερα το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης προχωρά στη διαγραφή στελέχους του, με υποτιμητική δημόσια ανακοίνωση και συνοπτικές διαδικασίες.

Ως γνωστόν, στις 16 Μαρτίου διεγράφη ο πολιτευτής Φαήλος Κρανιδιώτης, λόγω των προκλητικών σχολίων που είχε αναρτήσει στον λογαριασμό του στο Facebook, εναντίον του Αναπληρωτή Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μουζάλα. Σήμερα πήρε σειρά ο Αντιπεριφερειάρχης Χίου Σταμάτης Κάρμαντζης, ο οποίος αποπέμφθηκε με παρόμοιες μεθόδους, εξ αιτίας μιας «φανατικής» αναφοράς που έκανε, επίσης στο Facebook, εναντίον των Τούρκων – αναφορά που μάλιστα ανασκεύασε μόλις ξέσπασε ο αναμενόμενος θόρυβος, αν και ες μάτην.

Στην πρώτη περίπτωση, η Αξιωματική Αντιπολίτευση δήλωσε πως ο κ. Κρανιδιώτης ήταν «προφανές ότι έθεσε τον εαυτό του εκτός της Νέας Δημοκρατίας», ενώ στη δεύτερη ο κ. Κάρμαντζης θεωρήθηκε «αυτονόητο, ότι βρίσκεται πλέον εκτός Νέας Δημοκρατίας». Με λακωνικές ανακοινώσεις. Χωρίς καν να συνεδριάσει αρμόδιο όργανο. Προτού δοθεί ευκαιρία «απολογίας» στους «κατηγορούμενους». Άνευ σεβασμού στην προσωπικότητά τους. Με ύφος το οποίο, εκτός των άλλων, δεν παραπέμπει καν στην στοιχειώδη ευγένεια που αναμένει κανείς από μια αστική παράταξη. Προφανώς, με πρωτοβουλία ή απόφαση του ίδιου του Προέδρου του κόμματος.

Ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε η νέα ηγεσία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στις δύο αυτές περιπτώσεις, θέτει σε δεύτερη μοίρα τις συμπεριφορές των στελεχών που τις προκάλεσαν. Οι δηλώσεις και των δυο τους μπορεί να ήσαν υπερβολικές και απαράδεκτες για δημόσια πρόσωπα, αλλά σε μια χώρα που τέτοιο ή χειρότερο λεξιλόγιο συχνάζει στα στέκια των πολιτικών και στο δημόσιο βήμα των ΜΜΕ, η επιλεκτική «τιμωρία» ορισμένων φαντάζει υποκριτική. Πόσω μάλλον όταν στο ίδιο κόμμα παραμένει (και σωστά, τουλάχιστον μέχρι να αποφανθεί η δικαιοσύνη) στέλεχος που έχει προκαλέσει τεράστιο δημόσιο θόρυβο λόγω των σχέσεών του με λίστες φοροφυγάδων και υπεράκτιες εταιρείες, ή όταν αφέθηκε απλώς να αποχωρήσει σιωπηρά έτερο στέλεχος, το οποίο φέρεται εμπλεκόμενο σε υπόθεση παιδεραστίας.

Η ουσία της υποθέσεως, την οποία πρέπει να αντιληφθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωπικά, είναι ότι σε τέτοιες καταστάσεις δεν ωφελεί το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» και ότι επίσης, όσοι τυχόν τον συμβουλεύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, άθελά τους τον βλάπτουν πολιτικά.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα των μελών του κόμματος πρέπει να διαπιστώνονται, να κρίνονται και να τιμωρούνται δια του καταστατικού και των αρμοδίων οργάνων του – όχι κατόπιν «αναφοράς» από κάποιον εσωκομματικό αντίπαλο, ούτε μετά από απαίτηση άλλων πολιτικών δυνάμεων, ούτε καν με βάση μόνο τον επικοινωνιακό θόρυβο που έχει προκληθεί. Και όταν όντως αποφαίνονται τα αρμόδια όργανα πως υφίσταται πειθαρχικό παράπτωμα, οποιασδήποτε μορφής, επιβάλεται να υπάρχει διαβάθμιση στις «ποινές», αντί να ισχύει το άσπρο-μαύρο του τύπου «σε κρατάμε ή σε διαγράφουμε».

Δεν είναι απλώς αυτονόητος ο ανωτέρω συλλογισμός. Είναι έκφανση αρχών όπως η αξιοκρατία και η αλληλεγγύη, τις οποίες σωστά ανέδειξε στην προεκλογική εκστρατεία του και στις προτεραιότητες της θητείας του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πριν μερικούς μήνες. Υποθέτοντας ότι όλα αυτά δεν ήσαν έπεα πτερόεντα, αλλά τα εννοεί, θα πρέπει να δείξει κιόλας ότι τα εφαρμόζει – ειδικά στις «δύσκολες» καταστάσεις.

Αλλιώς, η Νέα Δημοκρατία θα συνεχίσει να φθείρεται, παραμένοντας ανδράποδο της πολιτικής ορθότητας και των πιέσεων της Αριστεράς, η οποία ούτως ή άλλως διαπρέπει κατά παράδοσιν στον ετεροπροσδιορισμό των αντιπάλων της και αρέσκεται στο να απαιτεί δηλώσεις ή πράξεις μετανοίας, συχνά μάλιστα για περιστατικά που ωχριούν μπροστά στις δικές της συμπεριφορές.

Με άλλα λόγια, οι βιαστικές -έως ενοχικές- διαγραφές στελεχών κατ’ απαίτηση τρίτων, δεν είναι πάντοτε αυτονότητες, ενίοτε δε μπορεί να αποδειχθούν και ανόητες…