Eξευτελισμός δι’ αλληλογραφίας

Προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τον επικοινωνιακό θόρυβο που προκάλεσε μια συνομιλία στελεχών του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος, το υποκλαπέν περιεχόμενο της οποίας διέρρευσε εσχάτως από τα WikiLeaks, ο Αλέξης Τσίπρας έσπευσε προχθές να στείλει επιστολή προς την Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, με προφανή στόχο την εσωτερική επικοινωνιακή εκμετάλλευση.

Η πρωτοβουλία αυτή του Πρωθυπουργού δεν συνιστά, βέβαια, έκπληξη. Αντίστοιχες κινήσεις εντυπωσιασμού και καθαρά εσωτερικής κατανάλωσης (π.χ. τα αλήστου μνήμης «go back κυρία Μέρκελ») έχει επιχειρήσει πολλάκις στο παρελθόν, εκμεταλλευόμενος την ανεκτικότητα της διεθνούς διπλωματίας σε τέτοιου είδους πυροτεχνήματα. Παρόμοια, άλλωστε, κάνουν οι πολιτικοί σε όλον τον κόσμο. Όταν, μάλιστα, υπηρετούν σε μια διεθνή θέση και γίνονται αποδέκτες τέτοιων πρωτοβουλιών, υπομειδιούν προκαταβολικά με την αφέλεια όσων, στο εσωτερικό της χώρας προέλευσης, είναι έτοιμοι να πιστέψουν στην… υπερήφανη εξωτερική πολιτική που ασκεί ο ηγέτης τους – μέσω μιας επιστολής, μιας δήλωσης, ενός υπονοούμενου ή μιας καταγγελίας κάποιου εξωτερικού «εχθρού».

Εν προκειμένω, όμως, η τακτική του εντυπωσιασμού δημιουργεί παρενέργειες στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Κατ’ αρχάς, έχουν ήδη εγερθεί σοβαρά υποννούμενα για το ποιος οργάνωσε και εκμεταλλεύτηκε την υποκλοπή, με διεθνείς πηγές να κατηγορούν ευθέως τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες. Το χειρότερο όμως είναι ότι απάντησε άμεσα (εντός 24 ωρών!) η άλλη πλευρά.

Σε μια διπλωματικώς ασυνήθιστη χειρονομία, η Κριστίν Λαγκάρντ χθες δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του ΔΝΤ την (επιπληκτικού ύφους) επιστολή απάντησης που έστειλε στον Αλέξη Τσίπρα. Στην απάντηση αυτή απορρίπτει ως «ανόητη» (!) την συνωμοσιολογία ότι το ΔΝΤ επιδιώκει την πρόκληση πιστωτικού γεγονότος ως μέσον εκβιασμού απέναντι την Ελλάδα (και πράγματι, από την υποκλαπείσα συνομιλία δεν προκύπτει κάτι τέτοιο). Αμφισβητεί, επίσης, το κατά πόσο υφίσταται κλίμα εμπιστοσύνης στις συζητήσεις Ελλάδας – ΔΝΤ για το χρέος, διατυπώνει τη δυσαρέσκειά της για τις δηλώσεις εντυπωσιασμού και δηλώνει ότι προβληματίστηκε αρκετά πριν επιτρέψει στην ομάδα διαπραγμάτευσης να ξαναέλθει στην Ελλάδα, συμπληρώνοντας σχετικά:

Για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους, όπως εσείς μας προσκαλέσατε, είναι καίριο οι Αρχές σας να εξασφαλίσουν ένα περιβάλλον που σέβεται την ιδιωτικότητα των εσωτερικών συζητήσεων και να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εγγυηθούν την προσωπική τους ασφάλεια. Τέλος, το ΔΝΤ διεξάγει τις διαπραγματεύσεις του καλή τη πίστει, όχι μέσω απειλών, και δεν επικοινωνούμε μέσω διαρροών.

Προφανώς, το ύφος της Λαγκάρντ είναι από ενοχλητικό έως προσβλητικό για τον Έλληνα Πρωθυπουργό και, κατ’ επέκτασιν, για την Ελλάδα. Δεν πρέπει όμως να παρασυρθούμε στο επικοινωνιακό παιχνίδι της κυβέρνησης, η οποία θα οχυρωθεί πίσω από τις λέξεις και έναν ακόμα φανταστικό εχθρό (πού μέχρι πριν λίγους μήνες ήταν… φίλος του ΣΥΡΙΖΑ). Πρέπει να μείνουμε στην ουσία.

Η ουσία λοιπόν είναι ότι, για μια ακόμα φορά, η Ελλάδα γίνεται διεθνώς ρεζίλι από την αβελτηρία, τις φαντασιώσεις και τον ερασιτεχνισμό της κυβέρνησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, ξεπερνώνται τα διπλωματικά ειωθότα από πλευράς των ξένων, δείγμα της ενόχλησης που έχουν προκαλέσει στο εξωτερικό οι χειρισμοί της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, πλήττεται η ήδη χαμηλή αξιοπιστία του Πρωθυπουργού και της χώρας, πράγμα που μπορεί να έχει περαιτέρω συνέπειες στο άμεσο μέλλον.

Για τον Αλέξη Τσίπρα προσωπικά, είναι ένας εξευτελισμός δι’ αλληλογραφίας – και μάλιστα διεθνής…