Περιορίζοντας τον τρόμο

Η σημερινή επίθεση στις Βρυξέλλες, όπως και τα προηγούμενα χτυπήματα ευρείας κλίμακας από φανατικούς ισλαμιστές στο Παρίσι (2015), το Λονδίνο (2005) και τη Μαδρίτη (2004), σε συνδυασμό με τις διαρκείς αναφορές για τις αγριότητες του ISIS και των παραφυάδων του ανά τον κόσμο, εντείνουν την ανησυχία για το τι πρόκειται να ακολουθήσει (σε ποσότητα και «ποιότητα» – ένταση), αλλά και τον προβληματισμό για το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η ισλαμική τρομοκρατία, χωρίς να πληγούν βάναυσα οι αξίες και ο τρόπος ζωής των δημοκρατικών κοινωνιών.

Λύσεις που ποικίλουν από τον κατευνασμό ως την στρατιωτική δράση συζητώνται επί δεκαετίες, κάποια μέτρα λαμβάνονται, αλλά εν τω μεταξύ η κατάσταση μάλλον επιδεινώνεται και ο κατάλογος των αθώων θυμάτων μεγαλώνει. Παράλληλα, υφίσταται μια εξίσου επικίνδυνη παράμετρος του ζητήματος, στην οποία δεν φαίνεται ακόμα να δίνεται η δέουσα προσοχή: η επικοινωνιακή επίδραση της απεχθούς δράσεως των τρομοκρατών είναι πλέον τόσο μεγάλη, ώστε να μπορεί να δημιουργήσει μιμητές όχι μόνο στις τάξεις «ανεξάρτητων» μουσουλμάνων των δυτικών κοινωνιών που δεν κατευθύνονται από το ISIS, αλλά και μεταξύ απλών ανθρώπων με προβληματική ή αντικοινωνική συμπεριφορά, ορισμένοι εκ των οποίων, σε στιγμές παροξυσμού, κρίσεως ή αδυναμίας, μπορεί μέχρι και να προβαίνουν σε παρόμοιες πράξεις με τους εκ πεποιθήσεως τρομοκράτες, ακόμα και αν δεν έχουν καμμία σχέση με το Ισλάμ.

Στον διεθνή διάλογο που διεξάγεται για την εξεύρεση λύσεων στο εξαιρετικά δύκολο να αντιμετωπιστεί ζήτημα της τρομοκρατίας, μια ενδιαφέρουσα αναλογία που έχει ανασυρθεί από το παρελθόν είναι η σύγκριση του ισλαμισμού με τον κομμουνισμό, λόγω ομοιοτήτων όπως ο απολυταρχικός χαρακτήρας, ο υποβιβασμός της αξίας του ατόμου, οι επεκτατικές επιδιώξεις και η δυαδική θεώρηση του κόσμου, με τον μανιχαϊστικό διαχωρισμό σε φίλους «δικούς μας» και εχθρούς «άλλους». Υπό το πρίσμα αυτής της παρομοίωσης, διατυπώνονται ανάλογες στρατηγικές αντιμετώπισης της ισλαμιστικής απειλής, όπως η περίφημη στρατηγική της Ανάσχεσης (Containment).

Την Ανάσχεση της επεκτατικής πολιτικής του σοβιετικού κομμουνιστικού καθεστώτος, ειδικά στις περιοχές ζωτικού ενδιαφέροντος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, εισηγήθηκε το 1946 και το 1947 ο Αμερικανός διπλωμάτης George Frost Kennan (Κέναν), σε δύο ιστορικές αναλύσεις προς την κυβέρνησή του. Η βαθιά γνώση των ρωσοαμερικανικών σχέσεων και οι ρεαλιστικές προτάσεις του Κέναν για την αντιμετώπιση της επιθετικότητας του Στάλιν, επηρέασαν σημαντικά την αμερικανική εξωτερική και αμυντική πολιτική του Ψυχρού Πολέμου. Μεγαλύτερο βάρος, όμως, δόθηκε τελικά στην αποτροπή (deterrence) δια στρατιωτικών μέσων, αντί για τις πολιτικές και οικονομικές μεθόδους πίεσης που προέκρινε ο ίδιος ο Κέναν, αναγκάζοντας έτσι τον εμπνευστή της θεωρίας τής Ανάσχεσης να διαχωρίσει τη θέση του, ήδη από το 1950.

Στις προτάσεις του Κέναν για τον περιορισμό του σοβιετικού επεκτατισμού περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Δυτική Ευρώπη, η δημιουργία ομοσπονδίας στην περιοχή, η προστασία των σημαντικότερων βιομηχανικών κέντρων του κόσμου υπό τη μορφή ζωνών αμερικανικής επιρροής, η οικονομική ενίσχυση σημαντικών χωρών για να μην προσδεθούν στο άρμα του κομμουνισμού (π.χ. Ελλάδα και Σχέδιο Μάρσαλ) και η συστηματική διεξαγωγή ψυχολογικών επιχειρήσεων (άσκηση προπαγάνδας) κατά της μαρξιστικής ιδεολογίας.

Ταυτόχρονα, η στρατηγική της Ανάσχεσης προέβαλε την υπομονετική στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ του Στάλιν, με σκοπό τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων, αντί για την πλήρη επικράτηση των ΗΠΑ. Ουσιαστικά, η προσέγγιση του Κέναν ήταν ο μέσος δρόμος μεταξύ της υποχωρητικής ύφεσης (détente) των «ειρηνιστών» και της επιθετικής αναστροφής (rollback) που πρέσβευαν οι πιο θερμόαιμοι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Θα μπορούσε μια πολιτική ανάσχεσης να εφαρμοστεί απέναντι σε έναν τόσο αμφιλεγόμενο και εν πολλοίς απροσδιόριστου μεγέθους αντίπαλο, όπως η ισλαμική τρομοκρατία; Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να καταρτιστεί μια μεσομακροπρόθεσμη πολιτική μη στρατιωτικής αντιμετώπισης του προβλήματος, με δράσεις στις τοπικές κοινωνίες και στα κράτη, στα οποία ανήκουν; Για παράδειγμα, οι επεμβάσεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στη Λιβύη και τη Μέση Ανατολή, κατά γενική ομολογία έχουν επιδεινώσει τα ζητήματα ασφαλείας και η απόσυρση αμερικανικών δυνάμεων βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ η οικονομική ενίσχυση και η βελτίωση των συνθηκών ζωής των περιοχών που κυριαρχούν οι ισλαμιστές, προτείνεται από πολλές πλευρές διεθνώς.

Όμως, ο πολιτισμένος κόσμος πρέπει να δράσει αποφασιστικά και σε άλλες κατευθύνσεις. Πρώτα από όλα, όσο και αν ακούγεται ουτοπικό ευχολόγιο, πρέπει να γίνει απαράβατος όρος ο σεβασμός του ευρωπαϊκού πολιτισμού από τις τοπικές κοινότητες μουσουλμάνων, γηγενών ή μεταναστών. Δεύτερον, ίσως είναι καλύτερο να περιοριστεί «επισήμως» σε κάποια εδάφη το ISIS, εν είδει κανονικού κράτους, φυσικά υπό εξωτερική επιτήρηση, αντί να διαλυθεί εντελώς και να σκορπίσουν σε όλον τον κόσμο οι παρανοϊκοί «μαχητές» του.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι να αμβλυνθούν όσο γίνεται (αφού να εξαλειφθούν είναι απίθανο) τα θρησκευτικά «οφέλη» τα οποία προσδοκούν οι φανατικοί ισλαμιστές, ώστε να ατονήσουν και τα κίνητρα που τώρα θεωρούν ότι έχουν για την εγκληματική τους δράση. Η Δύση χρειάζεται να εξαντλήσει κάθε θεμιτό (ίσως και αθέμιτο) μέσο πίεσης προς τους μεγάλους και σεβαστούς θρησκευτικούς ηγέτες του Ισλάμ, ώστε να αποκηρυχθεί «μετά βδελυγμίας» (και με απειλή «αφορισμού») ο φονταμενταλισμός που μέχρι σήμερα, αν δεν εκθρέφουν, πάντως σίγουρα ανέχονται.

Αν οι Μουσουλμάνοι που καταφεύγουν στη βία καταστούν αποσυνάγωγοι, έστω και σε τμήμα του Ισλάμ, αν ενταχθούν σε μια κατηγορία με υποτιμητικό όνομα, αν τους κοπεί ο (φανταστικός) δρόμος που νομίζουν ότι οδηγεί στον Παράδεισο μέσω πράξεων ειδεχθούς βίας, τότε η προθυμία τους γι’ αυτές θα μειωθεί δραστικά. Το εγχείρημα δεν θα είναι καθόλου εύκολο – δεδομένης της διδασκαλίας του Ισλάμ μπορεί να είναι και αδύνατο – αλλά έστω και μερική επιτυχία του θα βελτιώσει σημαντικά την κατάσταση.

Οπωσδήποτε, είναι πολύ δύσκολη η αντιμετώπιση του ανταρτοπόλεμου, ειδικά σε κατοικημένες περιοχές και με δράστες τόσο αποφασισμένους. Δεν πρόκειται να λυθεί μόνο με ειρηνικά μέσα, ούτε μόνο με στρατιωτικά. Το πιθανότερο είναι ότι δεν υπάρχει καν (πλήρης) λύση. Αλλά τουλάχιστον ο πολιτισμένος κόσμος, για καθαρά υπαρξιακούς λόγους, πρέπει να προσπαθήσει να κάνει κάτι αποτελεσματικό (πέραν των ανούσιων δηλώσεων) – πολύ εντατικότερα και πολύ αποτελεσματικότερα από κάθε άλλη φορά…