Η Ένωση Κεντρώων και η οικουμενική κυβέρνηση

Το κόμμα της Ένωσης Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, μετά από προσπάθεια ετών, πέτυχε την είσοδό του στη Βουλή στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Συγκεκριμένα, έλαβε το 3,43% των ψήφων, εκλέγοντας 9 βουλευτές. Η μετεκλογική πορεία του κόμματος περιστρέφεται γύρω από το επίδικο της συγκρότησης οικουμενικής κυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος του κόμματος καλεί διαρκώς τον πρωθυπουργό να υποβάλει την παραίτηση του, διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο τις προσπάθειες για τη συγκρότηση μίας οικουμενικής κυβέρνησης η οποία κυρίως θα απαρτίζεται από τεχνοκράτες υπουργούς.

Ένας διάχυτος πολιτικός «ελιτισμός» διαπερνά τον εκφερόμενο λόγο τού αυτοπροσδιοριζόμενου στο πολιτικό Κέντρο κόμματος. Οι τεχνοκράτες υπουργοί, ως κάτοχοι εξειδικευμένης – εμπειρικής γνώσης, ως φέροντες έναν ποσοτικοποιημένο λόγο, είναι αυτοί που θα κληθούν να εφαρμόσουν «σωστά» το περιεχόμενο του Μνημονίου. Η πολιτική «τεχνοκρατία» της Ένωσης Κεντρώων συγκλίνει στο πεδίο, στο μέσον της αποτελεσματικής – μνημονιακής διακυβέρνησης. Τη συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης ως πολιτικό «φάρμακο» δια πάσαν «νόσον» ζήτησε ο πρόεδρος του κόμματος και στο πρόσφατο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών.

Πραγματικά, το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη ενσωματώνει τον άξονα μιας «από τα πάνω» μνημονιακής αποτελεσματικότητας, επιδιώκει την ανασυγκρότηση του πολιτικού ευρωπαϊσμού διαμέσου του σχηματισμού μίας οικουμενικής κυβέρνησης πρωτίστως φιλοευρωπαϊκής, ευθυγραμμίζεται με μια αφήγηση περί κρίσης η οποία θεωρεί ως «αιτία του κακού» τη λαϊκίστικη έξη της Μεταπολίτευσης, λειτουργεί ως πολιτικό κόμμα που δύναται να ενταχθεί στο «δίκτυο» των κομμάτων cartel, τα οποία επιτελούν τις λειτουργίες της μνημονιακής διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής κρίσης.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Ένωση Κεντρώων, ακόμη και αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να «εφευρεθεί» ως συσσωμάτωση εστιακά (κυβερνητικά) προσδιορισμένη, ως συσσωμάτωση που εγγράφει στο εσωτερικό της μία εγγενή αντινομία: κι αυτή η αντινομία σχετίζεται ακριβώς με τη μετατόπιση της δράσης της στο πεδίο τού κυβερνάν δίχως να έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που προσιδιάζουν σε ένα οργανωμένο κόμμα βάσης.

Αυτό ακριβώς το πολιτικό κόμμα ανανοηματοδοτεί το σημαίνον της κρίσης ως ευκαιρία για τον πολιτικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας, μετουσιώνοντας ταυτόχρονα την έννοια της απαραίτητης τεχνοκρατικής μηχανικής σε εργαλείο διακυβέρνησης, μαζί ή και πέρα από τα γνωστά πολιτικά κόμματα. Η Ένωση Κεντρώων ως «συλλογικός διανοούμενος» συνενώνει τις διάσπαρτες αφηγήσεις περί κρίσης, οι οποίες εστιάζουν στην ανάδυση και αποκρυστάλλωση της πολιτικής διαπλοκής, στην ανεξέλεγκτη δράση των συνδικαλιστικών συντεχνιών που «βύθισαν» τα δημόσια ταμεία της χώρας, στη λαϊκίστικη εκφορά και πρακτική των κυρίαρχων μεταπολιτευτικά κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.), στο «υπεράριθμο», σπάταλο και αναποτελεσματικό δημόσιο, στη Μεταπολίτευση και στην καταδίκη της Μεταπολίτευσης ως ιστορικού πεδίου αντανάκλασης των διαρκών παθογενειών του ελληνικού κομματικού-πολιτικού συστήματος.

Όπως αναγράφεται χαρακτηριστικά στην ιστοσελίδα του κόμματος: «Έτσι πέρασαν τα χρόνια μετά το 1974, με τρεις πολιτικές οικογένειες να διαφεντεύουν τον τόπο, με την ανοχή και δυστυχώς την ψήφο κατόπιν πλύσης εγκεφάλου της κοινωνίας. Τώρα κάνει προτάσεις το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία, για το πώς θα βγούμε από την κρίση, αλλά ούτε ένας δημοσιογράφος δεν ρωτάει στα παράθυρα των ειδήσεων για το ποιος φταίει, για το πώς φθάσαμε έως εδώ, για το ποιοι ευθύνονται. Έτσι οι εγκληματήσαντες των τελευταίων τριάντα χρόνων, παρουσιάζονται σήμερα ως κατάλληλοι να μας σώσουν. Στο μυαλό του κόσμου εικονογραφείται ένα έγκλημα, ξέρουμε πολύ καλά ποιοι είναι οι δράστες, τιμωρία κανένας δεν ζητάει των ενόχων, καλούνται επιπλέον οι φτωχοί και καθημερινοί άνθρωποι να πληρώσουν τα κλεμμένα και τις σπατάλες μιας ολόκληρης Μεταπολίτευσης. Ελπίζουμε τώρα να καταλαβαίνουν οι πάντες, γιατί εμποδιζόταν επί χρόνια να μιλήσει στα κανάλια ο Βασίλης Λεβέντης. Αν ο λαός άκουγε του Λεβέντη, θα διέτρεχε κίνδυνο το φαγοπότι και το βόλεμα της σάπιας μεταπολίτευσης».1

Διαμέσου της πολυσήμαντης εννοιολογικής καταδίκης της παλαιάς και διεφθαρμένης από «τρεις πολιτικές οικογένειες» Μεταπολιτευτικής θέσμισης, η Ένωση Κεντρώων ενδύεται τον μανδύα του «νέου», του καινοφανούς και του ριζικά διαφορετικού, τείνοντας να συστηματοποιεί την ανάγκη υπέρβασης της Μεταπολίτευσης και των διάφορων «ενοχλητικών» της εκφάνσεων. Τι πολιτική ειρωνεία, αλήθεια: ένα πολιτικό τέκνο της Μεταπολίτευσης, (Βασίλης Λεβέντης), καταγγέλλει έντονα τα «κακώς κείμενά» της, αναζητώντας τη δική του raison d etre (λόγο ύπαρξης) στη μνημονική και λαϊκή καταδίκη της, στη διαμέσου της εφαρμογής τεχνοκρατικών λύσεων υπέρβαση της.

Το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη αποσπά τη συναίνεση στο πολιτικό Κέντρο, ένα Κέντρο που θέλει να προβάλλεται ως κατεξοχήν λαϊκό, λειτουργώντας ως «προπομπός» συγκρότησης μιας κυβέρνησης αφενός ακραιφνώς μνημονιακής, αφετέρου «μετα» – Μεταπολιτευτικής.

Στο χώρο πολιτικής δραστηριοποίησης της Ένωσης Κεντρώων ενυπάρχει και μία δομική σύγκλιση. Η πρότασή της για τη συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης τεχνοκρατών αντανακλά στην ευρύτερη της εικόνα την πρόταση του Ποταμιού για τη συγκρότηση κυβέρνησης η οποία θα απαρτίζεται από την Εθνική Ελλάδος, ήτοι τους καλύτερους, τους άριστους ορθολογιστές-τεχνοκράτες όλων των τομέων, έτσι που δεν προκύπτει ένα άμεσο λαϊκό Κέντρο άρσης των ταξικών-πολιτικών-ιδεολογικών διαιρέσεων αλλά ένα Κέντρο που προσομοιάζει σε αυτό που λέει ο Jacques Julliard για το πολιτικό Κέντρο στη Γαλλία: «Στη Γαλλία, το Κέντρο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια Δεξιά που δεν αγαπά τον εαυτό της».2

Αυτή η διαπίστωση ισχύει και για τα καθ΄ ημάς, με τρία κόμματα (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ένωση Κεντρώων και Ποτάμι), να διεκδικούν μια Κεντρώα «φαντασιακή» θέσμιση, να συμβιβάζονται σε αυτό που θα αποκαλούσαμε Κέντρο αναδιαμόρφωσης πολιτικής-ιδεολογικής ταυτότητας, να ενσωματώνουν την Κεντρώα λογική, μετασχηματίζοντάς την στην πράξη σε πολιτικές που παραπέμπουν στη Δεξιά παράδοση – κληρονομιά.

1 Βλέπε σχετικά, «Η σάπια μεταπολίτευση», 09.04.2010, Αντιδιαπλοκή / Ένωση Κεντρώων, www.antidiaploki.gr

2 Βλέπε σχετικά, Julliard Jacques, «Οι αριστερές της Γαλλίας», Μετάφραση: Σαμαρά Χριστιάννα, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2015, σελ. 181.

 

Το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη αποσπά τη συναίνεση στο πολιτικό Κέντρο, ένα Κέντρο που θέλει να προβάλλεται ως κατεξοχήν λαϊκό, λειτουργώντας ως «προπομπός» συγκρότησης μιας κυβέρνησης αφενός ακραιφνώς μνημονιακής, αφετέρου «μετα» – Μεταπολιτευτικής.

Σίμος Ανδρονίδης (avgi.gr, 19/03/2016)


Warning: A non-numeric value encountered in /home/kentrodexia/public_html/wp-content/themes/Newspaper/includes/wp_booster/td_block.php on line 1009