Αναζητώντας 5.000.000 νέους Έλληνες

Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν οι αναφορές στη δημόσια σφαίρα για το (μακράν μεγαλύτερο) πρόβλημα της σύγχρονης Ελλάδας, το δημογραφικό, που βαίνει διαρκώς επιδεινούμενο εδώ και 35 χρόνια, χωρίς κανείς στην πολιτική ηγεσία να του δίνει την δέουσα σημασία. Η προφανής εθνική διάσταση του προβλήματος εξακολουθεί να μην ενδιαφέρει πολιτικούς και πολίτες, αλλά τουλάχιστον έχουν αρχίσει να γίνονται ορατές οι οικονομικές συνέπειες, αναγκάζοντας ακόμα και πολιτικούς με… αλλεργία στα εθνικά θέματα, να το περιλαμβάνουν στις σκέψεις τους (ο Αλέξης Τσίπρας, για παράδειγμα, στην ομιλία του στη Βουλή για το ασφαλιστικό, στις 26 Ιανουαρίου, αναφέρθηκε στην αρνητική επίδραση του δημογραφικού στους προϋπολογισμούς των ασφαλιστικών ταμείων).

Σήμερα, η εφημερίδα «Καθημερινή», σε άρθρο με τίτλο «Η Ελλάδα γερνάει και φθίνει συνεχώς», δημοσιεύει σχετικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα οποία καταδεικνύουν την ήδη τραγική (και πιθανώς μη αναστρέψιμη) κατάσταση. Το 2013 καταγράφηκε 5ψήφιος αριθμός γεννήσεων (94.134 γεννήσεις) για πρώτη φορά μετά το 1932, που είναι η χρονιά έναρξης καταγραφής, ενώ το 2014 οι γεννήσεις μειώθηκαν έτι περαιτέρω, στις 92.149 και τίποτα δεν δείχνει ότι η πορεία αυτή ανακόπηκε εντός του 2015, για το οποίο δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα οι στατιστικές. Μπορούμε, λοιπόν, βάσιμα να υποθέσουμε ότι έχει παγιωθεί η ετήσια μείωση των γεννήσεων σε σημαντικά κάτω από 100.000 (έναντι των 148.134 γεννήσεων του 1980, που ήταν η καλύτερη επίδοση της Μεταπολίτευσης), εκ των οποίων μάλιστα όσες προέρχονται από ελληνίδες μητέρες μόλις ξεπερνούν το 85% του συνόλου. Την ίδια στιγμή, οι εκτρώσεις πιθανολογείται ότι μπορεί να φτάνουν ακόμα και τις 300.000 (!) τον χρόνο.

Με λίγα λόγια, αν τα προηγούμενα 35 χρόνια βιώσαμε την εμφάνιση και ραγδαία επιδείνωση του δημογραφικού προβλήματος, τα επόμενα 35 χρόνια, ως και το 2050 (έτος που αφορά και τους περισσότερους από τους σημερινούς πολίτες κάτω των 60 ετών, που τότε θα είναι συνταξιούχοι), η κατάσταση θα γίνει τραγική: οι θάνατοι θα είναι πιθανώς πάνω από 4.000.000 εν συνόλω (αφού μόνο το 2014 ανήλθαν σε 113.740), ενώ οι γεννήσεις δεν αναμένεται να ξεπεράσουν τα 3.000.000 (με τα σημερινά δημογραφικά δεδομένα).

Με βάση τα υπάρχοντα στατιστικά στοιχεία (για τα οποία μόνο επιδείνωση μπορούμε να αναμένουμε), εκτιμάται ότι το 2050 οι Έλληνες το γένος κάτοικοι της χώρας θα είναι 8.000.000 – 8.500.000, αντί για 13.000.000 – 14.000.000 που θα μπορούσαν να είναι, εάν ο πληθυσμός ανανεωνόταν και αυξανόταν σε κάποιο λογικό ρυθμό. Αν η πορεία δεν αναστραφεί πολύ σύντομα, για το 2100 υπάρχουν εκτιμήσεις ότι θα έχουν απομείνει λιγότεροι από 2.500.000 Έλληνες. Σε κάθε περίπτωση, η (ήδη πολύ άσχημη) αναλογία νέων προς ηλικιωμένους θα συνεχίσει να επιδεινώνεται δραματικά χρόνο με το χρόνο, δημιουργώντας μια χώρα συνταξιούχων, στην οποία είναι αμφίβολο αν θα μπορούν καν να καταβληθούν οι συντάξεις – για να μην εξατάσουμε το τι θα γίνει με την επάνδρωση των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που θα καταρρεύσουν εντελώς. Συνυπολογίζοντας και την ήδη σοβούσα μνημονιακή μετανάστευση επιστημονικού δυναμικού, σε ρυθμούς 50.000 – 100.000 τον χρόνο (το γνωστό «brain drain»), η προοπτική γίνεται, στην κυριολεξία, απελπιστική έως εφιαλτική – αλλά ουδείς ενδιαφέρεται να κάνει κάτι: ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι πολίτες.

Ως αποτέλεσμα όλης αυτής της αυτοκαταστροφικής πορείας, πλέον αναζητάμε, ως το 2050, τουλάχιστον 5.000.000 Έλληνες περισσότερους από αυτούς που αναμένεται να γεννηθούν μέχρι τότε, όχι απαραίτητα για να φτάσουμε τα 13.000.000 ή 14.000.000 πληθυσμού, αλλά τουλάχιστον για να ανανεωθεί ο υπάρχων και να διατηρηθεί μια βιώσιμη αναλογία νέων προς ηλικιωμένους. Ο αριθμός είναι τεράστιος και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί πλέον να επιτευχθεί ακόμα και στο μισό του, αλλά τουλάχιστον οφείλουμε, ως κράτος και ως κοινωνία, να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι περισσότερο από τα ευχολόγια και τη μεμψιμοιρία με την οποία αντιμετωπίζουμε το θέμα τα τελευταία 35 χρόνια, καταδικάζοντας τη χώρα σε πλήρη μαρασμό τα επόμενα 35 (και εκείθεν).