Ελλάς και πυρηνικά

Η χρήση «τακτικών» πυρηνικών όπλων (δηλαδή, όσων διαθέτουν σχετικά μικρή ακτίνα δράσεως) έχει συζητηθεί ως ενδεχόμενο αρκετές φορές μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, κυρίως από την αμερικανική πλευρά (π.χ. για τον δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου και για πιθανές επεμβάσεις μικρότερης κλίμακας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή).

Τις ημέρες αυτές δημοσιεύονται διεθνώς αναφορές για υποτιθέμενη προειδοποίηση της Μόσχας προς την Άγκυρα ότι θα κάνει χρήση τέτοιων μέσων, εάν κινδυνεύσουν από τουρκική επίθεση τα ολιγάριθμα ρωσικά στρατεύματα που επιχειρούν στη Συρία. Παράλληλα, σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται αντίστοιχου προσανατολισμού εξοπλιστικά προγράμματα διαφόρων μικρότερων χωρών, είτε γνωστών (π.χ. Βόρεια Κορέα με υποτιθέμενη δοκιμή βόμβας υδρογόνου), είτε φημολογούμενων κατόχων μη συμβατικών όπλων (όπως το Ιράν που όμως φαίνεται να κάνει πίσω και η Σαουδική Αραβία που φέρεται ακόμα και να προχωρά σύντομα σε πυρηνική δοκιμή).

Σε παρόμοια θέση βρίσκεται προφανώς και η Τουρκία, η οποία – με τη βοήθεια της Ρωσίας – εξελίσσει ήδη φιλόδοξο πρόγραμμα εκμετάλλευσης της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, πίσω από το οποίο ίσως κρύβεται το πρώτο στάδιο στρατιωτικής πυρηνικοποίησης της γείτονος, ενδεχομένως υπό τη συνδρομή του φιλικού της Πακιστάν.

Τα κίνητρα για μια τέτοια επιλογή είναι αρκούντως ισχυρά για κάθε χώρα, με προεξάρχουσα την θεαματική ενίσχυση της ανεξαρτησίας της από διεθνείς παρεμβατισμούς. Ιδιαίτερα διδακτικό είναι, εν προκειμένω, το μάθημα της Βόρειας Κορέας, η οποία δείχνει σε όλον τον πλανήτη ότι ουδείς τολμάει να επέμβει ακόμα και σε ένα εξόχως προκλητικό κράτος, εάν αυτό διαθέτει μη συμβατικό οπλοστάσιο (αλλιώς, οι υπερμεγέθεις αλλά πεπαλαιωμένες ένοπλες δυνάμεις των Βορειοκορεατών θα μπορούσαν να σαρωθούν σε μερικές εβδομάδες από αυτές της Νότιας Κορέας, μιας από τις μεγαλύτερες συμβατικές δυνάμεις στον κόσμο).

Δεν είναι θεωρητικές αναλύσεις όλα αυτά, ούτε φαντασιόπληκτη κινδυνολογία: ειδικά σε ό,τι αφορά στη γειτονιά μας, υπάρχουν ήδη σποραδικές αναφορές στα ΜΜΕ (εγχώρια και διεθνή) για τις επιδιώξεις των Τούρκων, ενώ και η νοοτροπία τους συνάδει απολύτως με τις ειδήσεις αυτές. Το ζήτημα θα έπρεπε να απασχολεί από καιρό τους Έλληνες επιτελείς, αλλά τίποτα δεν δείχνει ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει.

Βεβαίως, για τους γνωστούς πρακτικούς και ηθικούς λόγους, η πατρίδα μας δεν δύναται (ούτε φυσικά πρέπει) να ακολουθήσει τα βήματα του τουρκικού μιλιταρισμού, συμβατικού ή πυρηνικού. Ακόμα και αν η οικονομία μας κάποτε το επέτρεπε, η αυθαίρετη είσοδος σε μια εξοπλιστική κούρσα τέτοιου επιπέδου, δεν θα είχε κανένα έρεισμα στην πλειοψηφία του λαού, θα επέφερε καίριο πλήγμα στη διεθνή εικόνα της Ελλάδας και πολύ δύσκολα θα κατέληγε σε αξιόλογα αποτελέσματα. Μόνο στο πλαίσιο μιας ισχυρής διεθνούς συμμαχίας θα μπορούσαμε να έχουμε μερίδιο χρήσης σε πυρηνικό οπλοστάσιο, έστω και εκτός άμεσου ελέγχου μας, όπως συνέβη επί Ψυχρού Πολέμου με το ΝΑΤΟ και τα μη συμβατικά όπλα που είχε αποθηκευμένα υπό αμερικανική διοίκηση σε διάφορες περιοχές της χώρας (π.χ. στη βάση του Αράξου).

Όμως, μπροστά στη δυνητική απειλή ενός τουρκικού μη συμβατικού οπλοστασίου στο (όχι απώτατο, αλλά εγγύς) μέλλον, ακόμα και οι παροιμιωδώς κοντόφθαλμες ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, δεν επιτρέπεται να συνεχίσουν την απαθή θεώρηση της βαλκανικής πραγματικότητας. Να αποκτήσουμε πυρηνικά μάλλον δεν μας ταιριάζει, μπορούμε όμως να αναζητήσουμε εναλλακτικές λύσεις, ξεκινώντας από το να αναδείξουμε, με αυξανόμενη ένταση, το ζήτημα στους διεθνείς οργανισμούς και να συγχρονίσουμε τις κινήσεις μας με τρίτους, όπως φυσικά οι ΗΠΑ, αλλά και χώρες της ευρύτερης περιοχής μας (συμπεριλαμβανομένης οπωσδήποτε της Ρωσίας και υπό προϋποθέσεις του Ισραήλ), οι οποίες έχουν στρατηγικό συμφέρον να μη γίνει ποτέ πυρηνική δύναμη η Τουρκία. Τουλάχιστον σε επίπεδο παροχής εγγυήσεων ασφαλείας, επιβάλεται να δράσουμε άμεσα. (Παρεμπιπτόντως, κάτι αντίστοιχο πρέπει να κάνουμε και με το πρόγραμμα βαλιστικών πυραύλων της γείτονος, το οποίο μας απειλεί ήδη, έστω και στο συμβατικό επίπεδο που – προσώρας – κινείται…)

Με τη Ρωσία, μάλιστα, ίσως έχουμε τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας – εάν βέβαια συνειδητοποιήσουμε ότι καλό είναι να θυμόμαστε τη Μόσχα όχι μόνο για λαϊκίστικα παιχνίδια εσωτερικής κατανάλωσης, αλλά και όποτε τα συμφέροντά μας πραγματικά συμπλέουν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση…