Το θεώρημα της καταστροφής

Βασική προϋπόθεση επιτυχούς αντιμετώπισης ενός προβλήματος (πόσω μάλλον επίλυσής του) είναι, προφανώς, η κατανόηση των αιτίων που το προκαλούν.

Στην Ελλάδα, μολονότι εισήλθαμε στον όγδοο (!) χρόνο από το 2008 που ξέσπασε η οικονομική κρίση, συνεχίζουμε ως κοινωνία να πιστεύουμε σε μεγάλο βαθμό τις θεωρίες συνωμοσίας που οδήγησαν όχι στην έξοδο από τα Μνημόνια, την οποία πέτυχαν οι άλλες ομοιοπαθείς χώρες, αλλά στην περαιτέρω καταβύθιση σε αυτά. Όσο και αν το Μνημόνιο 3 που ψηφίστηκε 6 μήνες πριν από τη Βουλή (στις 13-14 Αυγούστου 2015), θεωρηθεί αποκλειστικό δημιούργημα της «αφρόκρεμας» των αντιμνημονιακών δυνάμεων της χώρας (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), το ότι αυτές διανύουν ήδη τον 13ο μήνα από την ανάληψη της εξουσίας σχεδόν ανενόχλητες, υποδηλώνει τη σοβαρή ευθύνη που φέρουν οι (ακόμα ευάριθμοι) υποστηρικτές τους.

Ένας από τους δημοφιλέστερους μύθους του «αντιμνημονιακού» στρατοπέδου, είναι το «θεώρημα της καταστροφής», ότι δηλαδή «η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ κατέστρεψαν την Ελλάδα τα προηγούμενα 40 χρόνια» (1974-2014), μέχρι φυσικά τον Ιανουάριο του 2015 που εξελέγη για πρώτη φορά το (πραγματικά καταστροφικό, εκ του αποτελέσματος) δίδυμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Πίσω από αυτό το ευφυολόγημα, οχυρώνονται 3 κατηγορίες πολιτών:

  • Τα στελέχη και οι συνειδητοί υποστηρικτές των σημερινών κυβερνητικών κομμάτων
  • Οι ψηφοφόροι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που δεν θέλουν να παραδεχθούν τις λανθασμένες επιλογές τους το 2015
  • Αρκετοί πολίτες που αποδέχονται ειλικρινώς (όσο και αφελώς) το «θεώρημα της καταστροφής»

Φυσικά, όπως κάθε απλοϊκή εξήγηση μιας περίπλοκης πραγματικότητας, το εν λόγω «θεώρημα» ελάχιστα συνεισφέρει στην ερμηνεία της σημερινής κατάστασης. Κατ’ αρχάς, η 40ετία 1974-2014 έχει διαφορετικές περιόδους, που οριοθετούνται από τη θέση της χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι.

Η πρώτη περίοδος είναι η επταετία 1974-1981 που ακολούθησε τη δικτατορία, μιας και το 1981 συνέβησαν 2 κομβικά γεγονότα για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία: η επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση (ΕΟΚ) στην 1 Ιανουαρίου 1981 και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία στις 18 Οκτωβρίου 1981. Η ίδια χρονιά αποτελεί και πολιτικό ορόσημο, καθώς καταγράφει για πρώτη φορά την κυριαρχία του δικομματισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, η οποία συνεχίστηκε αδιάλειπτα για πάνω από 30 χρόνια, ως τις αρχές του 2012.

Στο διάστημα 1974-1981, με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, η χώρα πέρασε ομαλά από τη δικτατορία στη δημοκρατία, αντιμετώπισε ικανοποιητικά τις μεγάλες διεθνείς οικονομικές κρίσεις (που είχαν οδηγήσει στην καθιέρωση περιορισμού καυσίμων ακόμα και στις αγροτικές περιοχές) και εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή οικογένεια, χωρίς να τηρεί πλήρως τις προϋποθέσεις. Η οικονομία στο τέλος του 1981 βρισκόταν σε αξιοπρεπή κατάσταση, το δημόσιο χρέος συγκρατείτο κάτω του 27% (από 21% το 1974), η ανεργία ήταν περίπου 4% και η χώρα εισερχόταν σε μια σχετικά ήρεμη διεθνώς δεκαετία, με έναν πακτωλό κοινοτικών κονδυλίων να την περιμένει, δίνοντάς της μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αλλάξει πρόσωπο προς το καλύτερο.

Μετά το 1981 και την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία, ξεκίνησε ο κατήφορος της παράλογης αύξησης κρατικών δαπανών, του διορισμού κάθε «πρασινοφρουρού» με μόνο προαπαιτούμενο το χαρτί της «κλαδικής», καθώς και του δανεισμού από το εξωτερικό με κυριολεκτικώς τοκογλυφικά επιτόκια (που ενίοτε ήταν της τάξης του 20%). Αναπόφευκτα, η οικονομία οδηγήθηκε στην κατάρρευση, γεγονός που ανάγκασε τον «γαλαντόμο» σοσιαλιστή ηγέτη να εφαρμόσει πολιτική λιτότητας από τον Αύγουστο του 1985 για να αποφευχθεί η χρεωκοπία, παρά το ότι 2 μήνες πριν είχε επανεκλεγεί πανηγυρικά, τάζοντας «ακόμα καλύτερες μέρες». Τα αποτελέσματα της λιτότητας εξανεμίστηκαν στην πορεία, για να καταργηθούν και επισήμως με το αλήστου μνήμης «Τσοβόλα δώστα όλα» του 1989, χρονιά που το ΠΑΣΟΚ εκδιώχθηκε από την εξουσία, βυθισμένο στα σκάνδαλα και την διαφθορά που το ίδιο καλλιέργησε.

Όχι τυχαία, πολλοί αποδίδουν στην πρώτη 8ετία του ΠΑΣΟΚ την γένεση των μεταγενέστερων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Όχι μόνο γιατί η οικονομία καταχρεώθηκε (το δημόσιο χρέος π.χ. υπερτριπλασιάστηκε) ή επειδή το κράτος γιγαντώθηκε, αλλά και διότι, ακόμα χειρότερα, επεκράτησε η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, η ψευδαίσθηση ότι «λεφτά υπάρχουν» ανεξαρτήτως εργασίας, ότι συντάξεις μπορούν να λαμβάνουν μεγάλες ομάδες πληθυσμού χωρίς καν να έχουν καταβάλει τις απαραίτητες εισφορές και σε πολύ μικρές ηλικίες, ότι, γενικότερα, μπορούμε ως κοινωνία και ως χώρα να ξοδεύουμε αφειδώς επιδοτήσεις και δανεικά, χωρίς καμμία συνέπεια. Επιτομή της φιλοσοφίας… dolce vita που κυριάρχησε την δεκαετία του 1980 (και που συνεχίστηκε ακάθεκτη αργότερα), ήταν, ίσως, η διαβόητη ρήση του Α. Παπανδρέου για τον συνεργάτη του που είχε διορίσει διοικητή της ΔΕΗ: «είπαμε να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια!» (δραχμές)…

Με την περιοριστική πολιτική των κυβερνήσεων συνεργασίας 1989-1990 και Κ. Μητσοτάκη (1990-1993) η χώρα γλίτωσε την αποπομπή από την ΕΟΚ (το 1989) και την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (το 1990). Ο Α. Παπανδρέου που επανήλθε θριαμβευτικά (1993-1996) και ο Κ. Σημίτης που τον διαθέχθηκε (1996-2004) εφάρμοσαν σχετικά εξορθολογισμένη δημοσιονομική πολιτική (τουλάχιστον ως την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, από 01/01/2001), την οποία διαδέχθηκε νέα περίοδος χαλάρωσης, ειδικά μετά το 2003. Η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή (2004-2009) δεν κατόρθωσε να περιορίσει τις παθογένειες της οικονομίας, με αποτέλεσμα το 2008 που ξέσπασε η μεγάλη διεθνής κρίση, να βρεθεί η χώρα ουσιαστικά ανοχύρωτη, παρά τις μεγαλοστομίες περί «θωρακισμένης οικονομίας». Μετά την επικίνδυνη αναβλητικότητα της περιόδου 2008-2009 και την καταστροφική ολιγωρία του Γ. Παπανδρέου το πρώτο εξάμηνο μετά την τελευταία μεγάλη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ (04/10/2009), η χώρα κατέληξε στο ΔΝΤ και το πρώτο Μνημόνιο, ύστερα από ένα μελλοδραματικό διάγγελμα του τότε Πρωθυπουργού, από το ακριτικό Καστελόριζο (23/04/2010).

Έκτοτε, σχεδόν κάθε κυβέρνηση εισάγει το δικό της Μνημόνιο:

  • Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου (2009-2011) το Μνημόνιο 1 που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 6 Μαΐου 2010, από το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ
  • Η κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου (2011-2012) το Μνημόνιο 2 (12-13 Φεβρουαρίου 2012), με τις ψήφους ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ
  • Η σημερινή κυβέρνηση Α. Τσίπρα, που εξελέξη για πρώτη φορά στις 25/01/2015, το Μνημόνιο 3 (12-13 Αυγούστου 2015), με τις ψήφους ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και ΝΔ

Στο ενδιάμεσο, η κυβέρνηση Α. Σαμαρά (2012-2015), με τη στήριξη ΔΗΜΑΡ, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (που είχε, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, υπερψηφίσει το Μνημόνιο 2 τον Φεβρουάριο του 2012), αποδείχθηκε η μάλλον αποτελεσματικότερη στην εφαρμογή της λιτότητας, αν και κατέληξε, μετά την ήττα των Ευρωεκλογών (25/05/2014), να επαναλάβει σε μεγάλο βαθμό την αναβλητικότητα της κυβέρνησης του Κ. Καραμανλή, για να πέσει και αυτή στο τέλος του 2014, επίσης λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Ουσιαστικά λοιπόν:

Στις 5 δεκαετίες που εκτείνεται η Μεταπολίτευση, κάθε «μονή» δεκαετία (1970, 1990, 2010) η Ελλάδα εισέρχεται σε καθεστώς λιτότητας (χειρότερο από τα προηγούμενα), ενώ κάθε «ζυγή» δεκαετία (1980, 2000) εφαρμόζει δημοσιονομική χαλάρωση (μικρότερη από τις προηγούμενες, αλλά αρκούντως καταστροφική).

Είναι μια υπεραπλούστευση η ανωτέρω, στο πλαίσιο μιας σύντομης (και ενδεχομένως βαρετής) ιστορικής αναδρομής, αλλά η συνολική εικόνα που περιγράφει, βοηθάει να μην παρασυρόμαστε από ψευδαισθήσεις ότι κάποιοι άλλοι, γενικά και αόριστα, ή μια… ανθελληνική συνωμοσία, είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για την κατάντια της χώρας μετά το 2010. Και οι πολίτες, τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια;

Πόσοι από αυτούς οι οποίοι διαμαρτύρονται για την «καταστροφή» που τους έφεραν οι πολιτικοί (που οι ίδιοι ψήφιζαν ή ανεχόντουσαν κατά 90%), δέχονται να επιστρέψουν τα εισοδήματα που απέκτησε, πολύ πάνω από το αναμενόμενο, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων την περίοδο 1974-2009, όταν πολλαπλασιάστηκε το κατά κεφαλήν εισόδημα;

Ας σημειωθεί ότι, ακόμα και μετά την έλευση του Μνημονίου 1, τον Μάιο του 2010 και παρά τους 2 γύρους περικοπών που είχε ήδη εφαρμόσει ο Γ. Παπανδρέου τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, πέραν της εύλογης δυσαρέσκειας, οι επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία άρχισαν να γίνονται αισθητές από το 2011. Αυτό αποδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, από την καθαρή νίκη του ΠΑΣΟΚ στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2010, όταν επεκράτησε στις περιφέρειες που συγκέντρωναν πλέον του 70% του πληθυσμού της χώρας και, με αναγωγές, είχε εκλογική επιρροή πάνω από 39%, δηλαδή άνετα πάνω από 40% σε περίπτωση διενέργειας εθνικών εκλογών εκείνη την εποχή.

Βεβαίως, ουδείς παραγνωρίζει ότι κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης (και ειδικά μετά το 1981), η διαφθορά γενικεύτηκε στο κράτος και την κοινωνία, με αποτέλεσμα την επικράτηση της αρχής «ο κλέψας του κλέψαντος» και με κύριο θύμα το δημόσιο. Αλλά ελάχιστοι μπορούν να ισχυριστούν ότι αντιστάθηκαν στην νοοτροπία αυτή, από τους απλούς πολίτες που φοροδιέφευγαν, έκαναν συναλλαγές χωρίς αποδείξεις ή δωροδοκούσαν δημόσιους λειτουργούς (έστω και δια του «γρηγορόσημου»), έως τους πολιτικούς (που «λαδώνονταν») και τους διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, που, εκ θέσεως, άρπαξαν τη μερίδα του λέοντος. Και όσοι μπορούμε (για οποιονδήποτε λόγο) να το ισχυριστούμε, παραμένουμε μέλη και συμμέτοχοι αυτής της κοινωνίας, συνεπώς μας αναλογεί τουλάχιστον το μερίδιο συνολικής ευθύνης.

Δεν είναι αβάσιμη, λοιπόν, η διαβόητη (και κυνική) ρήση του Θ. Πάγκαλου στη Βουλή (21/09/2010) ότι «μαζί τα φάγαμε» (με τον τρόπο και την έννοια που ειπώθηκε), χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό ότι η ευθύνη είναι ίδια για όλους – προφανώς, σε ατομικό επίπεδο, πολύ περισσότερο φταίνε οι πολιτικοί, οι διαπλεκόμενοι και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα από εμάς τους υπόλοιπους, αλλά υπάρχει και το συλλογικό επίπεδο, που μας περιλαμβάνει όλους…

Η γενική αρχή ήταν «ο καθένας αρπάζει ό,τι μπορεί» και δυστυχώς η πρακτική αυτή δεν περιορίστηκε σε μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες στην κορυφή της κοινωνικοοικονομικής πυραμίδας, αλλά σταδιακά έφτασε να γίνει τρόπος ζωής εκατομμυρίων πολιτών.

Σε τέτοια γενικευμένη άμιλλα αρπαγής, ήταν αναπόδραστη εξέλιξη αυτό που έχει χαρακτηριστεί «η μεγάλη ληστεία της Ελλάδας» – ένα γενικευμένο «πάρτυ», όχι μόνο από εσωτερικούς άρπαγες πάσης φύσεως, αλλά και από τα διεθνή αρπακτικά (ιδιώτες, οργανισμούς και κράτη), τα οποία μυρίστηκαν λεία και σπεύδουν να διεκδικήσουν το μερίδιό τους, ενίοτε σε συνεργασία με εγχώριους «πρόθυμους». Όταν μια χώρα καταπίπτει στη δική μας κατάσταση ηθικής και υλικής παρακμής, αναμενόμενο είναι ότι θα πέσει θύμα εκμετάλλευσης πανταχόθεν.

Ώστε λοιπόν είναι ανιστόρητο, αφελές και αστήρικτο το «θεώρημα της καταστροφής», που βάζει στο ίδιο τσουβάλι 5 διαφορετικές δεκαετίες (1970, 1980, 1990, 2000, 2010) και συνολικά 40 χρόνια (1974-2014), στα 35 από τα οποία (1974-2009) η χώρα έζησε την καλύτερη περίοδο πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Όχι μόνο διότι, τουλάχιστον ως την έλευση του δικομματισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ το 1981, ουδεμία οικονομική καταστροφή είχε συμβεί, αλλά και επειδή για τα επόμενα 30 συνεχή χρόνια, ως τις αρχές του 2012, ο δικομματισμός αυτός παρέμενε κυρίαρχος, με εκλογικές επιδόσεις… σοβιετικού τύπου, με την ψήφο ή την ανοχή άνω του 90% των Ελλήνων.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι, αυτοί που καλλιέργησαν περισσότερο από όλους, προς ίδιον όφελος, την άποψη ότι «φταίει το παλιό» (στο οποίο βέβαια συμμετείχαν πλήρως, άμεσα ή έμμεσα), βρέθηκαν τελικά στην κυβέρνηση μετά τις 25 Ιανουαρίου 2015 και έκτοτε κάνουν ό,τι μπορούν για να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερη ζημία από τα 40 χρόνια Μεταπολίτευσης που προηγήθηκαν, μέσα σε λίγους μήνες.

Πρόκειται, ουσιαστικά, για επανάληψη του γνωστού φαινομένου των δημαγωγών, το οποίο εμφανίζεται συχνά στην ελληνική ιστορία, από αρχαιοτάτων χρόνων, συνήθως με καταστροφικά (σε εθνικό επίπεδο) αποτελέσματα…


Warning: A non-numeric value encountered in /home/kentrodexia/public_html/wp-content/themes/Newspaper/includes/wp_booster/td_block.php on line 1009