Η επόμενη «ειρηνευτική» επιχείρηση της Τουρκίας

Στις 20 Ιουλίου του 1974, εκμεταλλευόμενη το προδοτικό πραξικόπημα της ελληνικής Χούντας και την χρόνια απομείωση της αμυντικής ικανότητας του νησιού, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, υπό το πρόσχημα της προστασίας της τουρκοκυπριακής μειονότητας, επιβάλοντας τη διχοτόμηση της Μεγαλονήσου, με χιλιάδες θύματα και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Οι εξ ανατολών γείτονες συνεχίζουν έως σήμερα να αποκαλούν τις αγριότητες του Αττίλα «ειρηνευτική επιχείρηση» – με περισσή υποκρισία, βέβαια, αλλά και με αληθοφανές πρόσχημα – αρκετά αληθοφανές, τουλάχιστον, για το αέναα συγκρουσιακό πεδίο των διεθνών σχέσεων.

Μολονότι η επέτειος της τουρκικής εισβολής αργεί μερικούς μήνες ακόμα, τα τεκταινόμενα στο μεταναστευτικό δημιουργούν ανησυχητικούς συνειρμούς παρόμοιας φύσεως, λόγω της πρωτοφανούς έκτασης που έχει λάβει το πρόβλημα εδώ και έναν χρόνο. Τελευταία αρνητική εξέλιξη σε αυτό το μέτωπο καταγράφεται η διαφαινόμενη χωροθέτηση πλήθους κέντρων φιλοξενίας σε χώρους των Ενόπλων Δυνάμεων, συχνά γειτονεύοντες με ευαίσθητες εγκαταστάσεις τους, στα νησιά του Αιγαίου ή σε παραμεθόριες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.

Η επιλογή στρατιωτικών εκτάσεων γίνεται μάλλον εξ ανάγκης, αφού είναι οι μοναδικές που δεν έχουν γραφειοκρατικούς ή χωροταξικούς περιορισμούς δόμησης και είναι άμεσα διαθέσιμες, σε αντίθεση με πολλά άλλα ακίνητα που ανήκουν θεωρητικά στο δημόσιο, αλλά έχουν προ πολλού καταπατηθεί. Όμως, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύονται, αρκετοί από τους χώρους που προσφέρει το Υπουργείο Εθνικής  Άμυνας γειτνιάζουν (σε αποστάσεις μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων μέτρων) με ενεργές μονάδες Στρατού ή Εθνοφυλακής, γεγονός που τους καθιστά παντελώς ακατάλληλους για την φιλοξενία μεγάλου αριθμού ατόμων, ανεξαρτήτως από το πόσο αυστηρά φυλασσόμενη (θεωρητικά) θα είναι η παραμονή τους εκεί.

Τι θα κάνει, άραγε, η φρουρά μιας αποθήκης πυρομαχικών, αν κάποιοι μετανάστες που «κρατούνται» σε ένα διπλανό στρατόπεδο, στασιάσουν και κινηθούν προς τις εγκαταστάσεις της; Θα ανοίξει πυρ κατά των «αθώων» αυτών πολιτών; Και αν σε αυτό το πλήθος έχει παρεισφρύσει μια ομάδα τζιχαντιστών ή ένα στοιχείο ειδικών δυνάμεων του αντιπάλου, με σκοπό την αιφνιδιστική δολιοφθορά, πώς θα τους αντιμετωπίσουν οι απλοί στρατιώτες-φρουροί;

Δεν είναι καθόλου θεωρητικές ερωτήσεις αυτές, στους πονηρούς καιρούς που ζούμε και με τους γείτονες που έχουμε! Τα κέντρα φιλοξενίας θα έπρεπε να χωροθετούνται σε «εσωτερικές» νήσους του Αιγαίου που δεν διαθέτουν κρίσιμες αμυντικές εγκαταστάσεις και που είναι απομονωμένες από τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας. Σε αυτά τα πανέμορφα νησάκια, που οι συμπλεγματικοί ψευτο-ανθρωπιστές αποκαλούν «ξερονήσια», αλλά που όλοι θαυμάζουμε και προτιμάμε τα καλοκαίρια, για την ομορφιά και γαλήνη των διακοπών που μας προσφέρουν, θα έπρεπε να δοθεί το χωροταξικό βάρος του χειρισμού των μεταναστευτικών ροών, πέραν των περιοριστικών μέτρων που απαιτούνται για τη συρρίκνωσή τους.

Δυστυχώς, η παντελής ανικανότητα (ή αδιαφορία) της κυβέρνησης να μεριμνήσει έστω και στοιχειωδώς για την άμυνα της χώρας, σε εποχές μεγάλης αστάθειας στην ευρύτερη γεωγραφική μας περιοχή, τροφοδοτεί την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, η οποία ήδη πιθανόν προετοιμάζει την επόμενη «ειρηνευτική» (ή «ανθρωπιστική») επιχείρησή της σε ελληνικό νησί – όχι στην Κύπρο αυτή τη φορά, αλλά κάπου στο Αιγαίο. Μερικές τεχνητές «εξεγέρσεις» μεταναστών που «καταπιέζονται» από την διεθνώς εκτεθειμένη και εξευτελισμένη Ελλάδα, θα είναι αρκετές για να δώσουν το πρόσχημα στα γεράκια της Άγκυρας να επιχειρήσουν την «έφοδο» που ποτέ δεν έκρυψαν ότι σχεδιάζουν. Στο κάτω-κάτω, αν η Ρωσία στη Συρία δεν είναι αρκετό φόβητρο για να τους αποτρέψει από μια εισβολή, ποιος θα τους φοβίσει στη δική μας περίπτωση;

Επειδή, λοιπόν, πιθανώς κάποιοι νεο-πασάδες στην Άγκυρα ονειρεύονται την επόμενη επιχείρηση «Βαριοπούλα» (Balyoz), η Ελλάδα πρέπει να κάνει κάτι για να την αποτρέψει. Όχι μόνο με καθαρά στρατιωτικούς όρους (καθώς ήδη καταγράφεται η αβελτηρία μας με τα hot spots), αλλά και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Επιβάλεται να «κάψουμε» το σενάριο του τουρκικού «ανθρωπισμού» με επίμονες, επανειλημμένες και πειστικές δημόσιες παρεμβάσεις, στα κατάλληλα fora. Προτιμότερο να μας πουν υπερβολικούς ή συνωμοσιολόγους, παρά να θρηνήσουμε νέες χαμένες πατρίδες…