Τα μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας

Η πρωτοφανής για τα δεδομένα της Μεταπολίτευσης οικονομική κρίση που ταλανίζει την χώρα από το 2008 και την κοινωνία μετά το 2010, ελέω Μνημονίων, έχει ουσιαστικά εξαφανίσει από την επικαιρότητα κάθε άλλο ζήτημα που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να απασχολεί τουλάχιστον την πολιτική ηγεσία. Δυστυχώς, όμως, η σοβαρότητα ενός προβλήματος δεν είναι απαραίτητα ανάλογη του ενδιαφέροντος που προκαλεί και η πατρίδα μας αντιμετωπίζει σειρά τέτοιων προβλημάτων, τα οποία πλέον έχουν προσλάβει υπαρξιακές διαστάσεις, μετά και την εγκληματική αδιαφορία που συνολικά, ως κράτος και ως λαός, έχουμε επιδείξει απέναντί τους, τις προηγούμενες δεκαετίες.

Στην κορυφή του σχετικού καταλόγου βρίσκεται, επιδεινούμενο από τη δεκαετία του 1980, το δημογραφικό. Τα τελευταία 35 χρόνια ο πληθυσμός της χώρας φθίνει σταθερά και, από σχεδόν 150.000 γεννήσεις που καταγράφηκαν το 1980, το 2013 πέσαμε κάτω των 100.000, για πρώτη φορά στις υπάρχουσες στατιστικές. Με αυτόν τον ρυθμό, σύντομα θα μετρήσουμε ακόμα και λιγότερες από 90.000, εκ των οποίων ένα τμήμα δεν προέρχεται καν από γονείς Έλληνες το γένος. Ταυτόχρονα, αυξάνεται η αναλογία των ηλικιωμένων, με προφανείς επιπτώσεις ακόμα και στην οικονομία (π.χ. στο ασφαλιστικό). Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, εάν δεν αναστραφεί η πορεία (εφόσον μπορεί πια να αναστραφεί, πράγμα αμφίβολο), ceteris paribus το 2050 η Ελλάδα θα έχει λιγότερους από 8.000.000 Έλληνες το γένος κατοίκους και το 2100 πιθανώς κάτω από 3.000.000 (!).

Ζήτημα σοβαρό είναι, επίσης, η ασφάλεια της χώρας, εσωτερική και εξωτερική. Η επάνδρωση και η εκπαίδευση των μονάδων των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας είναι πλημμελής, ο δε εξοπλισμός τους ελλιπής και γοργά παλαιούμενος. Ειδικά τα κύρια οπλικά συστήματα (π.χ. αεροσκάφη, τεθωρακισμένα, φρεγάτες, υποβρύχια) χρειάζονται χρόνια ολόκληρα για να αξιολογηθούν και να παραγγελθούν εκ νέου, οπότε ο κίνδυνος να καταντήσουν εργαλεία παρελάσεων την επόμενη δεκαετία, είναι κάτι παραπάνω από ορατός. Αλλά και στο προσωπικό τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, με στρατιωτικές μονάδες και αστυνομικά τμήματα εμφανώς υποστελεχωμένα, με την συνολική ανυποταξία εξωτερικού και εσωτερικού (!) να φτάνει κατά εκτιμήσεις το 50%, με την εκπαίδευση να είναι υποτυπώδης, με την διάρκεια της θητείας να είναι αστεία και με την εφεδρεία να έχει ουσιαστικά αδρανοποιηθεί. Με τέτοιες αδυναμίες, οι κίνδυνοι γίνονται άμεσοι και εμφανείς, ειδικά στο ελληνικό γεωπολιτικό περιβάλλον.

Σε αντίστοιχα επικίνδυνη κατάσταση έχει περιέλθει και το μεταναστευτικό. Για περισσότερα από 25 χρόνια η Ελλάδα λειτουργεί ως χώρα υποδοχής (ενίοτε και αποθήκευσης) εκατομμυρίων ανθρώπων, πολλοί εκ των οποίων δεν είναι καν πολιτισμικά συμβατοί με τις εθνικές και ευρωπαϊκές αξίες. Η κρίση του 2015, με σχεδόν 1.000.000 (!) αφίξεις απρόσκλητων ξένων αναξιοπαθούντων (διαφόρων προελεύσεων, από δυνητικούς πρόσφυγες ως οικονομικούς μετανάστες), απλώς επιδείνωσε μια ήδη αφόρητη κατάσταση, μολονότι η συντριπτική πλειοψηφία των εν λόγω συνανθρώπων μας αναχώρησε ήδη προς άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Ουδείς από την πολιτική ηγεσία φαίνεται να ενδιαφέρεται για την προϊούσα εθνολογική αλλοίωση του πληθυσμού, ούτε καν για τις μεσομακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική συνοχή της χώρας, η οποία είναι προφανώς αδύνατο να ενσωματώσει αρμονικά τόσους πολλούς ανθρώπους, τόσο διαφορετικών καταβολών ή προελεύσεων.

Βεβαίως, πιεστικότερο (αν και όχι σπουδαιότερο) όλων των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σύγχρονη Ελλάδα, είναι το οικονομικό, όπου οι ελπίδες ανάκαμψης που καταγράφτηκαν το 2014 έχουν εξανεμιστεί, μετά τους ερασιτεχνικούς χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης και τα γνωστά γεγονότα που επακολούθησαν. Η πρωτοφανής στενότητα πόρων που μαστίζει το ελληνικό κράτος, εμποδίζει κάθε σοβαρή πρωτοβουλία απέναντι στα προαναφερθέντα μεγάλα (και ακόμα πιο σημαντικά από το οικονομικό) προβλήματα, η αντιμετώπιση των οποίων απαιτεί κονδύλια πολλών δισεκατομμυρίων Ευρώ τις επόμενες δεκαετίες. Τα συγκεκριμένα ποσά απουσιάζουν και είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεθούν στα προσεχή χρόνια – αλλά η αντικειμενική αυτή αδυναμία δεν εξωρραΐζει την ζοφερή πραγματικότητα, ούτε εμποδίζει την κατηφόρα στην οποία ολισθαίνει όλο και ταχύτερα το ελληνικό έθνος.

Η ανωτέρω ιεράρχηση δεν υποδηλώνει, βέβαια, αποκλειστικότητα. Αντιθέτως, ουδόλως ασήμαντα είναι τα ζητήματα που απασχολούν μια σύγχρονη κοινωνία τόσο, ώστε να τα ιεραρχεί υψηλά στις προτεραιότητες των πολιτών και του κράτους. Η παιδεία, η υγεία, η προστασία των αδυνάμων, το περιβάλλον, η ποιότητα ζωής και κάθε άλλο πρόβλημα της εποχής μας, χρήζουν επίσης μεγάλης προσοχής. Όμως, ακόμα και αν τέτοια θέματα αντιμετωπίζονται σε ικανοποιητικό επίπεδο, σε μια ανθίζουσα οικονομία, η μεσομακροπρόθεσμη προοπτική ενός έθνους και ενός λαού, δεν περιορίζεται σε αυτά – εξαρτάται, πολύ περισσότερο, από όσα προαναφέρθηκαν.

Ατυχώς, υφίσταται ένα πρόβλημα έτι σημαντικότερο των προηγουμένων, το οποίο μάλιστα είναι τόσο θεμελιώδες, ώστε να εμποδίζει ακόμα και την κατανόηση – πόσω μάλλον την όποια προσπάθεια αντιμετώπισής τους. Πρόκειται για την νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, στις πολλαπλές μορφές της, με την οποία έχει σταδιακά και κατά συντριπτική πλειοψηφία «γαλουχηθεί» ο ελληνικός λαός από τη δεκαετία του 1980. Στις διάφορες εκφάνσεις της νοοτροπίας αυτής εδράζονται καθημερινά φαινόμενα όπως ο «δημοσιοϋπαλληλισμός», ο ωχαδελφισμός, η αδιαφορία για τις υποχρεώσεις απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, η αυθάδεια, η ασέβεια προς θεσμούς και ανθρώπους, ο υλισμός, ο κυνισμός και γενικότερα η απομάκρυνση από τις διαχρονικές αξίες του ελληνικού έθνους – συμπεριφορές που πλέον συναντάει κανείς, λιγότερο ή περισσότερο, στον μέσο Έλληνα. Ο,τιδήποτε απαιτεί κόπο σωματικό ή πνευματικό απορρίπτεται, υπέρ της ευκολότερης οδού, όπως και να ορίζεται αυτή. Η διαχρονική τάση μας, ως λαός να κατηγορούμε για τα λάθη μας κάποιον τρίτο, κοντεύει να μετατραπεί σε ψύχωση και η γοητεία που ασκούν πάνω μας τα ωραιοποιημένα λόγια, επιτρέπουν στους δημαγωγούς να παρασύρουν μεγάλους αριθμούς πολιτών σε αυτοκαστροφικές ατραπούς.

Δεν είναι μόνο ελληνικά αυτά τα φαινόμενα, αλλά το μέγεθος και η θέση της πατρίδας μας, δεν μας επιτρέπουν την πολυτέλεια να ανεχόμαστε την παρακμή όσο άλλοι λαοί. Ιστορικά, των μεγάλων καταστροφών του έθνους προηγείται η παρακμή των ηθών του λαού, κάτι που γίνεται όλο και εντονότερο στην σημερινή ελληνική κοινωνία, η οποία εξαχρειώνεται αυτοβούλως και με πανηγυρισμούς, αδυνατώντας να συνέλθει ακόμα και μετά το ισχυρό ράπισμα της σοβούσας οικονομικής κρίσης. Έχουμε καταντήσει λαός χωρίς προσανατολισμό και χώρα χωρίς εθνική στρατηγική, έρμαιο των καταστάσεων και των εις βάρος μας επιβουλών – ανήμποροι όχι μόνο να αντιδράσουμε, αλλά ούτε καν να συνειδητοποιήσουμε τους κινδύνους.

Στην υλική και ηθική υποστάθμη που έχει καταπέσει η σημερινή Ελλάδα, η οικονομία είναι το πιεστικότερο, αλλά δυστυχώς όχι το σημαντικότερο πρόβλημά μας. Διότι, ουδεμία οικονομία μπορεί να συρρικνώνεται αενάως, ούτε να αναπτύσσεται αδιάκοπα – παντού υπάρχουν περίοδοι ευημερίας και ενίοτε περίοδοι λιτότητας. Αντιθέτως, η ζημία που προκαλούν ήδη παραμελημένα ζητήματα όπως το δημογραφικό, η ασφάλεια και το μεταναστευτικό, μπορεί να προκαλέσει εθνικής κλίμακας καταστροφή, με ανεπίστρεπτα αποτελέσματα.

Θα καταφέρουμε, άραγε, να αναδείξουμε εγκαίρως ηγεσία που θα ενδιαφερθεί και θα παρακινήσει τον κυρίαρχο λαό να αναλάβει δράση, προτού η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη (αν δεν είναι ήδη); Η εικόνα της χώρας και της κοινωνίας δεν δικαιολογεί αισιοδοξία, αλλά μπορούμε πάντα να ελπίζουμε…