Μήπως ελπίζουμε σε έναν παγκόσμιο πόλεμο;

Ένα από τα πράγματα που μπορεί να παρατηρήσει όποιος έχει την περιέργεια και την υπομονή να διαβάζει τα σοβαρά ιστολόγια που ασχολούνται με τον χώρο της εθνικής άμυνας, είναι η εντεινόμενη αγωνία των σχολιαστών (αρκετοί εκ των οποίων βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία) για τον εξελισσόμενο αφοπλισμό της Ελλάδας. Ο αφοπλισμός αυτός είναι πρακτικό αποτέλεσμα της παλαίωσης των κυρίων οπλικών συστημάτων των Ενόλων Δυνάμεων, της πλημμελούς (έως ανύπαρκτης) εκπαίδευσης του προσωπικού και μιας σειράς άλλων παθογενειών, οι οποίες τα τελευταία 30 χρόνια έχουν εξασθενήσει σημαντικά την αμυντική ισχύ της χώρας, απέναντι σε έναν εξ ανατολών γείτονα που ισχυροποιείται χρόνο με τον χρόνο, με εμφανώς (και διακηρυγμένες) επεκτατικές προθέσεις.

Τα ανωτέρω είναι γνωστά τόσο στην πολιτική ηγεσία, όσο και στην μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, αλλά, μολονότι η κατάσταση έχει χειροτερεύσει δραματικά από τις περικοπές λόγω μνημονίων, άπαντες κρύβονται πίσω από το αληθές αλλά ατελέσφορο επιχείρημα ότι «λεφτά δεν υπάρχουν». Πράγματι, λεφτά δεν υπάρχουν, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τα αεροπλάνα και τα πλοία μας να… γερνάνε, χρόνο με τον χρόνο.

Σε τι ελπίζουμε, όμως; Στην εύνοια της τύχης, μήπως; Ας δούμε μια περίπτωση στην οποία όντως μας βοήθησε η τύχη, να μην υποστούμε τις συνέπειες της στρατιωτικής αμέλειάς μας.

Γυρίζουμε έναν αιώνα πίσω, το 1913. Η Ελλάδα, με τη δύναμη του στόλου της (και ειδικά του θωρηκτού «Αβέρωφ») έχει απελευθερώσει την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου, στεφόμενη νικήτρια κατά κράτος στο πεδίο της μάχης απέναντι στον «μεγάλο ασθενή», την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Τούρκοι, όμως, αρνούνται να δεχτούν το τετελεσμένο, δεν αναγνωρίζουν το ελληνικό καθεστώς του Αιγαίου και ψάχνουν ευκαιρία να ανακτήσουν τα εδάφη που είχαν χάσει τα προηγούμενα χρόνια.

Μια τέτοια ευκαιρία τούς παρουσιάζεται από τη… Βραζιλία, δια μέσου της Ελλάδας. Λόγω οικονομικής στενότητας, το νοτιοαμερικανικό κράτος αποφασίζει να πουλήσει, πριν ακόμα ολοκληρωθούν, δύο πανίσχυρα θωρηκτά (τύπου «dreadnought») που ναυπηγούντο για λογαριασμό του στα αγγλικά ναυπηγεία. Τα πλοία αυτά ήσαν ικανά να εξουδετερώσουν τον ελληνικό στόλο (όπως ο «Αβέρωφ» εξουδετέρωσε τον τουρκικό) και υπήρχαν συζητήσεις να τα αγοράσει η χώρα μας, η οποία όμως ολιγόρησε, με αποτέλεσμα να προλάβουν οι Τούρκοι, που υπολόγιζαν να τα παραλάβουν το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο του 1914.

Στην Αθήνα επεκράτησε μεγάλη ανησυχία και ο τότε Πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος, τον χειμώνα του 1913-1914, ξεκίνησε σειρά διπλωματικών ενεργειών με ταξίδια του στην Ευρώπη, για να πιέσει τους Τούρκους να αποδεχτούν συμφωνία για το καθεστώς του Αιγαίου. Όπως ήταν αναμενόμενο, εν όψει της καθολικής ναυτικής υπεροπλίας που θα αποκτούσαν σε μερικούς μήνες, οι Τούρκοι δεν δέχθηκαν καμμία συμφωνία και ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα άπρακτος. Στον πανικό που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται στις τάξεις της ελληνικής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, αποφασίστηκε να αγοραστούν από τις ΗΠΑ δύο παλαιά θωρηκτά, τα «Λήμνος» και «Κιλκίς», τα οποία όμως δεν ήσαν σε θέση να αντιμετωπίσουν τα υπό καθέλκυση τουρκικά.

Τότε όμως εξερράγη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (28/07/1914 – 11/11/1918), ένεκα του οποίου η Βρετανία κατέσχεσε υπέρ του δικού της ναυτικού τα 2 θωρηκτά. Έτσι γλίτωσε το Αιγαίο (και πιθανώς η Κρήτη) από βέβαιη καταστροφή.

Την ιστορία αυτή διέσωσε ο 3μηνος (11/10/1934 – 23/01/1936) δημόσιος διάλογος στον ελληνικό τύπο, δύο εκ των βασικών πρωταγωνιστών της, του τότε Πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου και του στενού του συνεργάτη, αρχηγού του στρατιωτικού του επιτελείου, Ιω. Μεταξά (του μετέπειτα δικτάτορα). Σε 107 άρθρα (37 του Βενιζέλου και 70 του Μεταξά), τα οποία έχουν εκδοθεί σε έναν καλαίσθητο τόμο με τίτλο «Ιστορία του Εθνικού Διχασμού» (Κυρομάνος, 1994) και αποτελούν εξαιρετικό ανάγνωσμα, υπάρχουν χρήσιμα μαθήματα και μπορούν να γίνουν αναγωγές μέχρι και το σήμερα, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. (Εκπληκτική, για παράδειγμα, είναι η εμπεριστατωμένη πρόταση που είχε κάνει ο Μεταξάς για αιφνιδιαστική επίθεση στα Δαρδανέλια και εκείθεν κατάληψη της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 1914, πριν οι Τούρκοι παραλάβουν τα 2 θωρηκτά, ώστε να πληγεί το ηθικό τους και να συρθούν σε συνθηκολόγηση για το Αιγαίο…)

Επιστρέφοντας στο σήμερα και συνυπολογίζοντας την διαρκώς επιδεινούμενη εις βάρος της Ελλάδας γεωπολιτική κατάσταση στο Αιγαίο, με την άφρονα (ή μοιρολατρική) αναμονή του αναπόφευκτου από την πλευρά μας, μήπως το μόνο που μπορεί να μας γλιτώσει πλέον από τους Τούρκους είναι η επιδείνωση σε γενικευμένη πολεμική σύρραξη της εξαιρετικά ασταθούς καταστάσεως στη Μέση Ανατολή (και ειδικά στη Συρία);

Οποία «ελπίδα», μα την αλήθεια. Μη γένοιτο!